Ως πλαστογραφία, στο άρθρο 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα ορίζεται η κατάρτιση πλαστού ή η νόθευση εγγράφου με στόχο την παραπλάνηση ενός προσώπου μέσω της χρήσης του πλαστού/νοθευμένου εγγράφου σχετικά με γεγονός που μπορεί επιφέρει έννομες συνέπειες. Η πλαστογραφία, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή. Το νεότερο άρθρο 216 (ισχύον από 1/7/2019) δεν προσδιορίζει κατώτατο όριο φυλάκισης, ενώ πριν από την τροποποίησή του, όριζε κατώτατο όριο τους 3 μήνες. Το κατώτατο όριο 3 μηνών ίσχυε και για όποιον χρησιμοποιούσε το πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο με σκοπό την παραπλάνηση.
Βλέπουμε λοιπόν ότι το νεότερο άρθρο 216 αποτελεί επιεικέστερο νόμο σε σύγκριση με το παλιό. Τί σημαίνει όμως επιεικέστερος νόμος;
Το άρθρο 2 του Ποινικού Κώδικα διασαφηνίζει με ακρίβεια ποιος νόμος θεωρείται ηπιότερος: Στην πρώτη παράγραφο ορίζει ότι επιεικέστερος είναι ο νόμος ο οποίος συμβάλλει σε μια ευνοϊκότερη μεταχείριση του κατηγορουμένου: «Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Επομένως, αν μεταξύ του διαστήματος της τέλεσης της αξιόποινης πράξης και της οριστικής εκδίκασής της ισχύουν περισσότερες από μια διατάξεις νόμων ή ένας νόμος έχει αναθεωρηθεί, τότε θα εφαρμοστεί η διάταξη που προβλέπει την ηπιότερη ποινή. Κατά συνέπεια, αν ένας μεταγενέστερος νόμος χαρακτηρίσει μια πράξη μη αξιόποινη, παύει και η έκτιση της επιβληθείσας ποινής και τα ποινικά επακόλουθά της, όπως και η εκτέλεση των μέτρων ασφαλείας (αρ. 216 παρ. 2 ΠΚ).
Η απόφαση 269/2021 προσδίδει λεπτομέρειες για τον προσδιορισμό του επιεικέστερου νόμου: «Για τον χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου, με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσότερων διατάξεων και εφαρμόζεται ο νόμος που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτερο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη, λαμβάνεται υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, η οποία θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής ποινής, επί δε ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών τότε λαμβάνεται υπόψη η χρηματική ποινή (Α.Π.86/2020)».
Εν προκειμένω, οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι για πλαστογραφία συγκεκριμένα με ηθική αυτουργία. Προτού να ορίσουμε την «ηθική αυτουργία», ας προβούμε στην κατανόηση της έννοιας «αυτουργία». Άμεσος/ Φυσικός αυτουργός είναι αυτός που τελεί ο ίδιος την αξιόποινη πράξη. Σε τί διαφέρει ο άμεσος αυτουργός από τον ηθικό;
Ηθικός αυτουργός είναι αυτός που προκαλεί με πρόθεση σε άλλο άτομο την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη (αρ. 46 ΠΚ). Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί αξιόποινη ηθική αυτουργία πρέπει να έχουμε τα δύο στοιχεία που είναι απαραίτητα για κάθε έγκλημα: το αντικειμενικό και το υποκειμενικό κριτήριο. Η αντικειμενική υπόσταση πληρείται με την τέλεση της πράξης. Το υποκειμενικό όμως στοιχείο, κρύβει την πρόθεση να τελεστεί η αξιόποινη πράξη και να παραχθούν οι συνέπειές της. Επομένως την υποκειμενική υπόσταση συγκροτεί ο δόλος, εν προκειμένω η «συνείδηση του ηθικού αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών».
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να δικαιολογηθεί με κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, πέρα από περιπτώσεις στις οποίες το ορίζει ο νόμος, καθώς η ίδια η θέληση της τέλεσης της αξιόποινης πράξης και των συνέπειών της τον υποδηλώνει. «Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π.Κ., για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ' αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως ή η τέλεση της πράξεως με τον "σκοπό" προκλήσεως ορισμένου αποτελέσματος, η ύπαρξη του δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικά».
Ο τρόπος με τον οποίο ο ηθικός αυτουργός θα προκαλέσει σε άλλο άτομο την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη δε μας ενδιαφέρει. Μας ενδιαφέρει λοιπόν η απόφαση για να προβεί ο αυτουργός στην παράνομη πράξη να προκληθεί από τον ηθικό αυτουργό: «Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με το φυσικό αυτουργό, αρκεί το μέσο που χρησιμοποιήθηκε να παρήγαγε στον αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη».
Τί γίνεται όμως αν ο ηθικός αυτουργός έχει και ο ίδιος ηθικό αυτουργό; Η απόφαση Α.Π. 1233/2019 μας δίνει απάντηση σε αυτή την ερώτηση: Ο ηθικός αυτουργός του ηθικού αυτουργού είναι ηθικός αυτουργός του εκτελούντος την κύρια πράξη, επομένως προκύπτει μια Αλυσιδωτή ηθική αυτουργία.
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε εν μέρει την υπ' αριθ.ΘΤ3348/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Δεν την αναίρεσε δηλαδή ως προς το αξιόποινο της πράξης, αλλά ως προς τη διάταξή της περί επιβολής της ποινής, για αυτό και η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε κατά τα λοιπά. Η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή μόνο κατά ένα μέρος επειδή ο δικαστής δεν είχε εφαρμόσει την επιεικέστερη διάταξη για τους κατηγορούμενους, δηλαδή το νέο άρθρο 216 της 1ης Ιουλίου 2019, αλλά τη διάταξη που ίσχυε προτού τροποποιηθεί το άρθρο, αυτή που όπως αναφέραμε επέβαλλε κατώτατο όριο φυλάκισης τους 3 μήνες και δεν αντιμετώπιζε τη χρήση του πλαστού ή του νοθευμένου εγγράφου ως ενιαίο έγκλημα. Το Δικαστήριο «εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1, όπως αυτή ίσχυε πριν την 1-7-2019, η οποία ήταν δυσμενέστερη από την ισχύουσα κατά το χρόνο εκδικάσεως της υπόθεσης από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο». Για αυτό λοιπόν «Απαλείφει τη φράση "με χρήση" από το χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας».
Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι οι ευνοϊκές συνέπειες της ένδικης αναίρεσης επεκτείνονται και στο πρόσωπο του συγκατηγορούμενου, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν έχει ασκήσει αναίρεση. Αυτό συμβαίνει επειδή οι συνέπειες του ένδικου μέσου της αναίρεσης δεν αφορούν αποκλειστικά στον αναιρεσειόντα, αλλά επεκτείνονται και στον συγκατηγορούμενο εφόσον ο τελευταίος καταδικάστηκε από κοινού και κατά διαδοχικό τρόπο για την αξιόποινη πράξη (αρ. 469 Κ.Π.Δ).
Αναίρεση κατά τη διάταξη επιβολής της ποινής είχε συμβεί και σε προηγούμενη απόφαση, την 1458/2019, η οποία δίνει και αυτή, όπως και η 269/2021 το περιθώριο να εφαρμοστούν συνδυαστικά οι διατάξεις του προηγούμενου και του νεότερου νόμου κατόπιν επιλογής των ευμενέστερων εξ’αυτών: «Δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή». Αν όλοι οι νόμοι επιβαρύνουν το δράστη στον ίδιο βαθμό εφαρμόζεται ο νόμος που ίσχυσε κατά την τέλεση της πράξης: «αν από τη σύγκριση των περισσότερων διατάξεων προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο απ’ όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος».
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι και στις δύο περιπτώσεις (απόφαση 1458/2019, απόφαση 269/2021) η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή ως προς την επιβολή της ποινής, καθώς είχε εφαρμοστεί η διάταξη πριν την τροποποίηση του Ιουλίου 2019, η οποία είχε ελάχιστο όριο φυλάκισης τους 3 μήνες με ανώτατο όριο τα 5 έτη, ενώ η τροποποιημένη διάταξη είναι ευμενέστερη, αφού δεν προβλέπεται κατώτατο όριο ποινής, επομένως η φυλάκιση μπορεί να είναι από 10 ημέρες έως 5 έτη.
ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΝΟΜΙΚΟΣ-ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Συντακτική Ομάδα Oenet