Καταπατώντας οποιαδήποτε μέχρι πρότινος "κόκκινη γραμμή" της και αφού καθυστέρησε –όπως αποδείχθηκε – χωρίς λόγο (δηλ. χωρίς να πετύχει κάτι σημαντικό από εκείνα που "πάλευε"), η κυβέρνηση προχώρησε στο κλείσιμο μίας καταρχάς συμφωνίας με τους θεσμούς η οποία προβλέπει ότι :
- Οι μισοί συνταξιούχοι θα χάσουν έως και 2 συντάξεις από το 2019.
- Οι εργαζόμενοι στις μεγάλες επιχειρήσεις θα μπορούν –υπό προϋποθέσεις- να απολυθούν χωρίς το Υπουργείο Εργασίας να μπορεί να θέσει οποιοδήποτε βέτο.
Οι δύο αυτές διπλές ανατροπές στις οποίες έχει συμφωνήσει η κυβέρνηση με τους θεσμούς, κάθε άλλο παρά να αμβλυνθούν από τα αντίμετρα τα οποία συμπεριλαμβάνονται στην εν λόγω συμφωνία.
Και αυτό γιατί:
- Η μείωση της συμμετοχής των συνταξιούχων στην φαρμακευτική περίθαλψη μέχρι και 100% (η οποία αποτελεί μέρος των αντιμέτρων που συμφώνησε η κυβέρνηση με τους θεσμούς) θα χρηματοδοτηθεί με ένα μέρος μόνο των κονδυλίων τα οποία θα εξοικονομηθούν από τις περικοπές των συντάξεων.
Με άλλα λόγια, μόνο κατά ένα μέρος θα αντισταθμιστεί η απώλεια των χρημάτων την οποία θα υποστούν οι περίπου 1 εκατομμύριο συνταξιούχοι οι οποίοι αναμένεται –εφόσον γίνει δεκτό το αίτημα της κυβέρνησης για την επιβολή πλαφόν 20% -25% στις επικείμενες μειώσεις συντάξεων – να χάσουν μέχρι και το 1/5 των αποδοχών τους από τα συνταξιοδοτικά ταμεία.
Και αυτό γιατί ένα μέρος μόνο από την εξοικονόμηση που θα φέρουν οι περικοπές έως 1,9 δισ. ευρώ τις οποίες θα υποστούν οι συντάξεις άνω των 600-700 ευρώ, θα πάει στη μείωση της συμμετοχής των συνταξιούχων στη φαρμακευτική περίθαλψη (100% για συνταξιούχους με αποδοχές μέχρι 1000 ευρώ/ μήνα, 50% για συνταξιούχους άνω των 1000 ευρώ/μήνα), δεδομένου ότι το άλλο μέρος θα πάει στη νέα επιδότηση ενοικίου (85 ευρώ/μήνα), στα σχολικά γεύματα 300.000 παιδιών και σε οικογενειακά επιδόματα.
- Το γεγονός ότι η κυβέρνηση πέτυχε να μην αυξηθεί το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο των ομαδικών απολύσεων στις επιχειρήσεις με πάνω από 150 άτομα μόνιμο προσωπικό (από το 5% στο 10%) δεν μπορεί να αντισταθμίσει το γεγονός ότι δεν θα μπορεί πλέον το Υπουργείο Εργασίας να μπλοκάρει μία ομαδική απόλυση, όπως προβλέπεται από τη συμφωνία κυβέρνησης -θεσμών.
Όπως εξηγούν εργατολόγοι, είναι πιο σημαντικό να μην μπορεί, πλέον, ο γενικός γραμματέας του Υπουργείου Εργασίας να μπλοκάρει την απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας για μία ομαδική απόλυση σε μία επιχείρηση, παρά το αν θα αυξηθεί ή όχι το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό του προσωπικού μίας μεγάλης επιχείρησης το οποίο μπορεί να απολυθεί.
Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, εκείνο που "μετρά" πιο πολύ είναι ότι απεμπλέκεται το Κράτος από τις διαδικασίες απόφασης μίας ομαδικής απόλυσης και λιγότερο, πόσες απολύσεις μπορούν να γίνονται.
Εξάλλου, η κυβέρνηση αποδέχτηκε να μη επανέλθει η αρχή της επεκτασιμότητας και η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης πριν το πέρας του προγράμματος προσαρμογής (δηλ. πριν τα τέλη του 2018). Έτσι, θα συνεχίσουν να μην είναι υποχρεωτικές οι κλαδικές συλλογικές συμβάσεις στα μη μέλη των κλαδικών εργοδοτικών ενώσεων, ενώ οι επιχειρησιακές και ατομικές συμβάσεις θα μπορούν –ακόμα και αν προβλέπουν δυσμενέστερους όρους για τους εργαζομένους – να υπερισχύουν των κλαδικών συμβάσεων, εφόσον φυσικά οι τελευταίες έχουν συνυπογραφεί από τα κλαδικά εργατικά σωματεία.
Η κατάργηση του υπουργικού βέτο στις ομαδικές απολύσεις σε συνδυασμό με το ότι θα συνεχίσουν να μπορούν να αποκλίνουν προς τα κάτω οι επιχειρησιακές και ατομικές συμβάσεις από τις κλαδικές συμβάσεις θα διαμορφώσουν μία νέα πραγματικότητα στην αγορά εργασίας. Και αυτό την ίδια στιγμή που, η πτώση της ανεργίας έχει "φρενάρει" το τελευταίο εξάμηνο, ενώ οι αμοιβές των εργαζομένων στον ιδιωτικό της οικονομίας συνεχίσουν ασταμάτητα να πέφτουν. capital.gr