(Λουξεμβούργο, 24 Μαΐου 2024) – Μια έρευνα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) στις Βρυξέλλες (Βέλγιο), με την κωδική ονομασία «Βασίλειο», οδήγησε στη σύλληψη επτά υπόπτων στην Ολλανδία, στο πλαίσιο έρευνας για υπόθεση € 13 εκατ. απάτη ΦΠΑ.
Βελγική θυγατρική ολλανδικής εταιρείας είχε ζητήσει επιστροφή ΦΠΑ από το βελγικό Δημόσιο, ύψους 13,7 εκατ. ευρώ. Το ποσό που ζητήθηκε καταβλήθηκε από το Υπουργείο Οικονομικών του Βελγίου σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς που ανήκαν στους υπόπτους. Ωστόσο, μία από τις τράπεζες υποπτεύτηκε απάτη και επέστρεψε 3,7 εκατομμύρια ευρώ από αυτό το ποσό στο Υπουργείο Οικονομικών.
Σύμφωνα με την έρευνα, η αξίωση στο βελγικό υπουργείο Οικονομικών ήταν παράνομη, καθώς δεν διακινούνταν πραγματικά αγαθά και υποβλήθηκαν μόνο πλαστά τιμολόγια και δόλιες δηλώσεις ΦΠΑ στις βελγικές φορολογικές αρχές. Η ολλανδική εταιρεία, που ελέγχεται από τους υπόπτους, ήταν γνωστή στις αρχές στις Κάτω Χώρες ως αγνοούμενος έμπορος – μια οντότητα που χρησιμοποιείται με αποκλειστικό σκοπό τη λήψη δόλιων επιστροφών φόρων, εκμεταλλευόμενη τους κανόνες της ΕΕ για τις διασυνοριακές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών της, καθώς αυτά απαλλάσσονται του ΦΠΑ. Μερικοί από τους υπόπτους – όλοι ζούσαν στην Ολλανδία την εποχή αυτών των γεγονότων – ήταν ήδη γνωστοί στις αρχές επιβολής του νόμου για παρόμοια αδικήματα στη χώρα. Όπως γίνεται αντιληπτό αποφάσισαν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους και στο Βέλγιο, προκειμένου να διαφύγουν τον εντοπισμό.
Μετά από αυτήν την πρώτη επιστροφή ΦΠΑ στο Βέλγιο, οι ύποπτοι προσπάθησαν να επαναλάβουν το καθεστώς με το βελγικό υποκατάστημα άλλης ολλανδικής εταιρείας, που επίσης ελέγχεται από αυτούς. Αυτή τη φορά, οι ύποπτοι ζήτησαν επιστροφή ποσού άνω των 4 εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία δεν καταβλήθηκαν, καθώς είχαν δημιουργηθεί υποψίες.
Με βάση τα στοιχεία, σημαντικό μέρος των παράνομων κερδών έχει μεταφερθεί στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το υπόλοιπο έχει χρησιμοποιηθεί για την αγορά ακριβών αυτοκινήτων, πολυτελών ειδών και για τυχερά παιχνίδια σε καζίνο.
Έρευνες πραγματοποιήθηκαν στις 23 Μαΐου 2024 σε εγκαταστάσεις εταιρειών στην Ολλανδία, που συνδέονται με τους φερόμενους ως δράστες της απάτης, καθώς και στα σπίτια των υπόπτων. Τα ανακριτικά μέτρα εκτελέστηκαν με την υποστήριξη 97 αξιωματικών επιβολής του νόμου από την Ολλανδική Υπηρεσία Δημοσιονομικών Πληροφοριών και Έρευνας (FIOD), καθώς και από την ολλανδική δημόσια εισαγγελία για σοβαρή απάτη, περιβαλλοντικό έγκλημα και κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων (Functioneel Parket) και το Βέλγιο Κεντρική Μονάδα Οικονομικού Εγκλήματος της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας (CDGEFID/OCDEFO).
Κατά τη διάρκεια των ερευνών, αστυνομικοί επιβολής του νόμου κατέσχεσαν πολυτελή είδη αξίας άνω των 200.000 ευρώ, 7.000 ευρώ σε μετρητά και ένα αυτοκίνητο.
Σε προηγούμενη εθνική έρευνα για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος με μερικούς από τους υπόπτους, η FIOD και η ολλανδική εισαγγελία είχαν κατασχέσει δύο Porsche και μία Lamborghini, καθώς και τέσσερις τραπεζικούς λογαριασμούς συνολικής αξίας 671.000 ευρώ. Αυτά τα περιουσιακά στοιχεία θεωρείται ότι έχουν αποκτηθεί με μέρος της παράνομα ληφθείσας επιστροφής ΦΠΑ από το βελγικό Δημόσιο και, ως εκ τούτου, κατασχέθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την αποκατάσταση της ζημίας.
Όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα τεκμαίρεται ότι είναι αθώα έως ότου αποδειχθεί η ενοχή τους στα αρμόδια βελγικά δικαστήρια.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι η ανεξάρτητη εισαγγελία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι αρμόδιο για τη διερεύνηση, τη δίωξη και την εκδίκαση εγκλημάτων κατά των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ.