Σύμφωνα με το άρθρο 454 ΑΚ «όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους, ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει το χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής». Από το άρθρο συνάγεται ότι η άφεση χρέους αποτελεί παραίτηση του δανειστή από την απαίτηση που έχει απέναντι στον οφειλέτη, δηλαδή αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει πλέον υποχρέωση του οφειλέτη σε αυτόν. Η ενοχή του οφειλέτη λοιπόν αποσβήνεται χωρίς να την καταβάλει στον δανειστή.
Η άφεση χρέους παρουσιάζει ενδιαφέρον σε περίπτωση παθητικής ενοχής εις ολόκληρον, όταν δηλαδή υπάρχει ένας δανειστής που μπορεί να απαιτήσει ολόκληρη την ενοχή από πολλούς οφειλέτες, αλλά μπορεί να το κάνει μόνο μια φορά. Αν ο δανειστής προβεί στην άφεση χρέους ενός από τους οφειλέτες τότε απαλλάσσονται και οι υπόλοιποι, δηλαδή σταματούν να έχουν χρέος και αυτοί απέναντί του. Επομένως, δεν μπορεί να υπάρξει άφεση χρέους απέναντι σε έναν μόνο οφειλέτη, καθώς η άφεση χρέους λειτουργεί σωρευτικά όταν έχουμε συνοφειλή.
Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες (440 ΑΚ). Για να επέλθει συμψηφισμός πρέπει να έχουμε λοιπόν 3 προϋποθέσεις: απαιτήσεις μεταξύ δύο προσώπων, δηλαδή κάθε πρόσωπο να έχει απαίτηση να λάβει μια παροχή από το άλλο, οι απαιτήσεις αυτές να είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο, δηλαδή να είναι και οι δύο για παράδειγμα χρηματικές ή μη χρηματικές, έγκυρες και ληξιπρόθεσμες, δηλαδή να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να υπάρχει ορισμένος χρόνος πλήρωσής τους. Ο συμψηφισμός γίνεται κατόπιν δήλωσης του ενός προς τον άλλο (441 ΑΚ), ενώ είναι ανίσχυρος αν έγινε με αίρεση ή προθεσμία (442 ΑΚ), εκτός αν αποτελεί τον μοναδικό λόγο απόρριψης της αγωγής. Χαρακτηριστικό είναι ότι παρά το γεγονός ότι απαιτείται οι απαιτήσεις να είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο, δηλαδή με ίδια χαρακτηριστικά ως προς το αντικείμενο, είναι αδιάφορο το αν οι απαιτήσεις είναι ίσες. Για παράδειγμα, στην περίπτωση των χρηματικών απαιτήσεων μας ενδιαφέρει ότι το αντικείμενο είναι χρηματικό, όχι το αν το ποσό που χρωστάει κάθε ένα από τα μέρη είναι ίσο.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επί μέρους περιπτώσεις δήλωσης συμψηφισμού. Σε περιπτώσεις κατάσχεσης, αν η απαίτηση έχει ήδη κατασχεθεί ο οφειλέτης της δεν μπορεί να αντιτάξει ανταπαίτηση που γεννήθηκε μετά την κατάσχεση στο πρόσωπο που την επέβαλε (449 ΑΚ).
Στην περίπτωση που έχουμε καταβολή χρέους από εγγυητή του οφειλέτη, ο εγγυητής έχει κάθε δικαίωμα να αντιτάξει στο δανειστή συμψηφισμό απαίτησης του οφειλέτη προς αυτόν. Αντίθετα, ο πρωτοφειλέτης δεν έχει τη δυνατότητα να αντιτάξει στο δανειστή συμψηφισμό απαίτησης που διαθέτει ο εγγυητής προς αυτόν (447 ΑΚ).
Σε περίπτωση εκχώρησης απαίτησης, ο οφειλέτης δεν μπορεί να αντιτάξει στον εκδοχέα απαιτήσεις που γεννήθηκαν μετά την αναγγελία της εκχώρησης στο πρόσωπο του εκχωρητή (448 ΑΚ). Εκχωρητής είναι το πρόσωπο που εκχωρεί, μεταβιβάζει την απαίτηση, εκδοχέας είναι το πρόσωπο που δέχεται την απαίτηση και υποκαθίσταται στα δικαιώματα του εκχωρητή. Ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την απαίτηση στον εκδοχέα, αν αυτή έχει εκχωρηθεί.
Ο συμψηφισμός δεν είναι πάντα δυνατό να επιτευχθεί, ειδικά σε περιπτώσεις απαράδεκτου. Απαράδεκτος είναι ένας συμψηφισμός κατά απαίτησης η οποία προέρχεται από αδίκημα που διαπράχθηκε από δόλο. Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός επίσης, αν ο οφειλέτης παραιτήθηκε προκαταβολικά από αυτόν (450 ΑΚ). Αν ο συμψηφισμός είναι παραδεκτός επέρχεται κατόπιν της δήλωσής του, με αποτέλεσμα οι αμοιβαίες απαιτήσεις των μερών να αποσβήνονται αναδρομικά, δηλαδή από τη στιγμή της γέννησης και συνύπαρξης και των δύο, ανεξαρτήτως από το αν το άλλο μέρος αποδέχεται τον συμψηφισμό.
Ο τρίτος τρόπος απόσβεσης της ενοχής χωρίς να καταβάλει ο ίδιος ο οφειλέτης την παροχή απέναντι στο δανειστή, είναι η αναδοχή χρέους, την οποία δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συγχέουμε με την άφεση χρέους ή με την εγγύηση. Αναδοχή χρέους έχουμε όταν ένα τρίτο πρόσωπο συνάπτει σύμβαση με το δανειστή προκειμένου να αναδεχτεί ξένο χρέος, δηλαδή να υπεισέλθει ο ίδιος στη θέση του οφειλέτη και ο οφειλέτης να απαλλαγεί (471 ΑΚ). Με την αναδοχή χρέους ο τρίτος αποκτά απέναντι στο δανειστή την υποχρέωση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που είχε ο πρωτοφειλέτης απέναντι σε αυτόν (472 ΑΚ). Ο αναδοχέας μπορεί να αντιτάξει ενστάσεις που απορρέουν από τη σχέση μεταξύ του δανειστή και του παλαιού οφειλέτη (473 ΑΚ) . Δεν μπορεί όμως να δηλώσει συμψηφισμό απαίτησης του παλαιού οφειλέτη κατά του δανειστή. Δεν μπορεί επίσης να αντιτάξει ενστάσεις που έγκεινται στη σχέση του με τον αρχικό οφειλέτη (474 ΑΚ).
Η διαφορά της αναδοχής χρέους από την άφεση χρέους είναι ότι ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται πάντα από την εκπλήρωση της υποχρέωσης απέναντι στο δανειστή. Ο οφειλέτης εξακολουθεί να είναι υποχρεωμένος ώστε να πραγματοποιηθεί η υπόσχεση καταβολής του χρέους απέναντι στο δανειστή. Η απόσβεση της ενοχής του οφειλέτη επέρχεται μόνο όταν καταβληθεί το χρέος από τον αναδοχέα. Η αναδοχή αυτή ονομάζεται σωρευτική, καθώς ο δανειστής έχει διπλό πέπλο ασφαλείας: ο αναδοχέας καθίσταται υπεύθυνος εκπλήρωσης του χρέους, ενώ ο οφειλέτης έχει πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε (477 ΑΚ). Κατά συνέπεια, ο δανειστής από εκεί που μπορούσε να στραφεί μόνο κατά του οφειλέτη αν δεν εκπλήρωνε την υποχρέωσή του, τώρα μπορεί να στραφεί τόσο κατά του οφειλέτη όσο και κατά του αναδοχέα. Έτσι, ο οφειλέτης και ο αναδοχέας είναι αλληλέγγυα υπεύθυνοι απέναντι στο δανειστή, άρα έχουμε δημιουργία μιας παθητικής εις ολόκληρον ενοχής μεταξύ του οφειλέτη και του αναδοχέα απέναντι στο δανειστή.
Η παραπάνω περίπτωση δεν ισχύει στην περίπτωση στερητικής αναδοχής χρέους. Με την στερητική αναδοχή χρέους έχουμε μεταβολή του οφειλέτη. Ο τρίτος δηλαδή δεν υποχρεούται απλά να καταβάλει το χρέος του οφειλέτη, αλλά υποκαθίσταται ο ίδιος ως οφειλέτης. Αποτελεί λοιπόν το μοναδικό οφειλέτη απέναντι στο δανειστή, ενώ ο παλαιός οφειλέτης απαλλάσσεται από την καταβολή της παροχής στο δανειστή.
Το γεγονός ότι ο οφειλέτης απαλλάσσεται απέναντι στο δανειστή με την καταβολή του χρέους από τρίτο πρόσωπο δε σημαίνει ότι το χρέος του εξαφανίζεται και ως προς τον αναδοχέα. Τα δικαιώματα του δανειστή δύνανται να υποκατασταθούν στον αναδοχέα, ο οποίος με τη σειρά του μπορεί να ζητήσει την καταβολή της παροχής από τον παλαιό οφειλέτη. Αυτό όμως είναι πιθανό και να μη συμβεί, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που ο αναδοχέας έχει χρέος ο ίδιος απέναντι στον αρχικό οφειλέτη, το οποίο μπορεί να συμψηφιστεί αν είναι ομοειδές ως προς το αντικείμενο και τηρεί τις προϋποθέσεις που αναφέραμε παραπάνω.
Τέλος, δεν πρέπει να συγχέουμε την αναδοχή χρέους με την έννοια της εγγύησης, όπου ο εγγυτής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή (847 ΑΚ). Η καταβολή του χρέους από τον εγγυητή διαφέρει από την αναδοχή χρέους, καθώς η εγγύηση συνοδεύει την κύρια απαίτηση, δηλαδή την υποχρέωση του οφειλέτη απέναντι στο δανειστή, για αυτό και όταν αυτή εξαφανίζεται ο εγγυητής απαλλάσσεται από την εκπλήρωσή της. Ο εγγυητής ευθύνεται για την έκταση που έχει κάθε φορά η κύρια οφειλή, και ιδίως για τις συνέπειες του πταίσματος ή της υπερημερίας του πρωτοφειλέτη (851 ΑΚ).
Αν το χρέος καταβληθεί απέναντι στο δανειστή από τον εγγυητή, ο οφειλέτης απαλλάσσεται απέναντι στο δανειστή, δεν απαλλάσσεται όμως και απέναντι στον εγγυητή, καθώς ο τελευταίος αποκτά απέναντι στον οφειλέτη τα δικαιώματα του αρχικού δανειστή (858 ΑΚ). Ο οφειλέτης απαλλάσσεται όταν καταβάλει στον εγγυητή το ποσό που αποπληρώθηκε από αυτόν στον αρχικό δανειστή. Αντίθετα, στην αναδοχή χρέους, στην περίπτωση που είναι σωρευτική, ο πρωτοφειλέτης δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του απέναντι στον δανειστή.
Η αναδοχή χρέους και η εγγύηση διαφέρουν και ως προς τις ενστάσεις, καθώς ο αναδοχέας δύναται να προβεί σε ενστάσεις που προκύπτουν από τη σχέση οφειλέτη-δανειστή, ενώ ο εγγυητής μπορεί να προβάλει ενστάσεις μόνο εγγενείς στο χρέος, δηλαδή τις μη προσωποπαγείς ενστάσεις του πρωτοφειλέτη, και αν ακόμη αυτός παραιτηθεί απ' αυτές μετά τη συνομολόγηση της εγγύησης (853 ΑΚ). Ο αναδοχέας μπορεί να προβάλει ενστάσεις που δεν αφορούν μόνο στο χρέος αλλά και στην προσωπική σχέση του οφειλέτη με τον εγγυητή, καθώς καθίσταται εις ολόκληρον υπεύθυνος με τον οφειλέτη (σωρευτική αναδοχή) ή υπεισέρχεται ο ίδιος στη θέση του οφειλέτη (στερητική αναδοχή χρέους). Ο εγγυητής έχει μια δέσμευση πιο «χαλαρή» απέναντι στο δανειστή από ό,τι ο αναδοχέας, για αυτό και μπορεί να προβάλει ενστάσεις σχετικές με το χρέος.
Τέλος, ο εγγυητής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής στο δανειστή, ωσότου αυτός επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη (ένσταση δίζησης, 855 ΑΚ). Αντίθετα, ο αναδοχέας, εφόσον καθίσταται εις ολόκληρον οφειλέτης ή μοναδικός οφειλέτης κατά περίπτωση, δεν έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί την καταβολή της υποχρέωσης απέναντι στο δανειστή, με τον εαυτό του να δεσμεύεται πιο ισχυρά σε σύγκριση με τον εγγυητή, ο οποίος έχει την επιλογή να αντιτάξει την αξίωση της υποχρέωσης σε πρώτο στάδιο από τον πρωτοφειλέτη.
ΒΛΑΒΙΑΝΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑ-ΧΡΙΣΤΙΝΑ
ΝΟΜΙΚΟΣ-ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Συντακτική Ομάδα Oenet