Η απασχόληση και η διανυκτέρευση του μισθωτού σε άλλο τόπο μακριά από την έδρα του, δημιουργεί υποχρέωση στον εργοδότη να του καταβάλει –πέρα από το μισθό του-όλα τα έξοδα του ταξιδιού, αλλά και επί πλέον ειδική ημερήσια αποζημίωση (Υ.Α. 21091/46, Έγγρ. Υπ. Εργ. 1155/83, Α.Π. 1425/02).
Ημερήσια αποζημίωση: Όλοι οι μισθωτοί –υπάλληλοι & εργατοτεχνίτες-, όταν αποστέλλονται από τον εργοδότη τους πρόσκαιρα εκτός έδρας, δικαιούνται να λάβουν εκτός από τα οδοιπορικά έξοδα και ημερήσια αποζημίωση για κάθε διανυκτέρευσή τους. Η αποζημίωση αυτή είναι ίση προς ένα (1) ημερομίσθιο ή προς το 1/25 του νόμιμου μισθού για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό.Το ποσό της αποζημίωσης αυτής είναι ανεξάρτητο από τις ώρες κατά τις οποίες θα απασχοληθεί ο εργαζόμενος εκτός έδρας και σχετίζεται με τις διανυκτερεύσεις εκτός έδρας κι έχει ως σκοπό να καλύψει τα έξοδα της διαμονής του. Η καταβολή της αποζημίωσης δεν εξαρτάται με την πραγματοποίηση ή όχι δαπανών από τον εργαζόμενο κι ως εκ τούτου ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα να ερευνήσει αν ο εργαζόμενος έκανε ή όχι έξοδα και πόσα (Α.Π. 527/66, 209/67).Εφόσον ο εργοδότης παρέχει στον μισθωτό, στον τόπο που εστάλη εκτός έδρας να εργαστεί, τροφή και κατοικία, τότε του καταβάλει το 1/4 μόνο της παραπάνω αποζημίωσης κι αν παρέχεται μόνο κατοικία τα 4/5 της αποζημίωσης. Εννοείται, βέβαια, ότι οι παραπάνω μειώσεις επέρχονται μόνο εφόσον οι παροχές σε κατοικία και τροφή χορηγούνται από τον εργοδότη και όχι από άλλα πρόσωπα χαριστικά ή από φιλική αβρότητα. Ειδικά το προσωπικό γραφείων ιδιωτικών επιχειρήσεων (υπάλληλοι, εισπράκτορες, αποθηκάριοι, υπηρετικό προσωπικό-εκτός από καθαρίστριες), όταν ταξιδεύουν εκτός έδρας σε απόσταση άνω των 40 χλμ για εργασία του γραφείου, δικαιούνται να λάβουν εκτός από τα οδοιπορικά και ημερήσια αποζημίωση ίση –κατ’ ελάχιστο όριο- προς το 1/30 του μισθού τους αυξημένο κατά το 25%. Η αποζημίωση αυτή καταβάλλεται ανεξάρτητα αν τα πρόσωπα αυτά διανυκτερεύουν ή όχι εκτός έδρας
Έννοια όρου «εκτός έδρας»: Όταν μιλάμε για απασχόληση του εργαζομένου εκτός έδρας, εννοούμε κατ’ αρχήν ότι υπάρχει η επαγγελματική εγκατάσταση του εργοδότη, στην οποία παρέχεται κατά τρόπο μόνιμο και συνήθη η εργασία του. Προϋπόθεση, δηλ., για τη χορήγηση της εκτός έδρας αποζημίωσης είναι ο μισθωτός αν αποσταλεί σε νέο τόπο, διαφορετικό από αυτόν που είχε αρχικά συμφωνηθεί ως τόπος παροχής της εργασίας του, με σκοπό να απασχοληθεί πρόσκαιρα σ’ αυτόν και να διανυκτερεύσει. Γενικότερα, η ανωτέρω αποζημίωση οφείλεται σ’ εκείνους τους μισθωτούς, οι οποίοι έχουν προσληφθεί για να εργαστούν σε ορισμένο τόπο, πλην όμως παρουσιάζεται ανάγκη να απασχοληθούν πρόσκαιρα –για λίγο χρόνο- μακριά από αυτόν. Συνεπώς, όταν οι μισθωτοί είναι υποχρεωμένοι από τη σύμβαση εργασίας να απασχολούνται σε διάφορους τόπους μακριά από την έδρα τους (όπως λ.χ. οι εμπορικοί αντιπρόσωποι κ.λπ.) καθώς και για την εκτέλεση μεταφορών σε διάφορες χώρες του εξωτερικού, δεν πρόκειται για αποστολή προς εργασία και διανυκτέρευση εκτός έδρας. Επίσης, όταν ο μισθωτός μετατίθεται ή τοποθετείται σε άλλο τόπο για μόνιμη εργασία, δεν δικαιούται να αξιώσει την πληρωμή της παραπάνω αποζημίωσης (Α.Π. 650/90). Ο τόπος παροχής της εργασίας μπορεί να συμφωνηθεί σε ορισμένη περιφέρεια, αν αυτό επιβάλλεται από το είδος της προσφερόμενης εργασίας ή ενδεχομένως περισσότεροι τόποι , ανάλογα με τη φύση του εκτελούμενου έργου, καθώς και όλη η Επικράτεια ή χώρες του εξωτερικού (Α.Π. 1221/2006). Η παραπάνω αποζημίωση, λοιπόν καταβάλλεται όταν πληρούνται οι παρακάτω προϋποθέσεις:
α) να πρόκειται για πρόσκαιρη αποστολή του μισθωτού για εργασία σε άλλο τόπο εκτός έδρας (εκτός του συμφωνηθέντος τόπου μόνιμης παροχής της εργασίας του) και
β) να διανυκτερεύσει στον τόπο αυτό.
Επομένως, όταν ο μισθωτός επιστρέψει αυθημερόν, δεν δικαιούται να λάβει την εκτός έδρας αποζημίωση, αλλά ούτε προβλέπεται και κάποιας άλλης μορφής. Διανυκτέρευση θεωρείται κι όταν ο μισθωτός παρέμεινε εκτός έδρας και το μεγαλύτερο μέρος της νύκτας. (Έγγρ. Υπ. Εργ. 129993/67). Σαν πρόσκαιρη εκτός έδρας απασχόληση θεωρείται κι όταν ο μισθωτός υποχρεούται από τη σύμβαση εργασίας να εργάζεται, κατά συχνά χρονικά διαστήματα, που καλύπτουν σημαντικό μέρος της απασχόλησής του, σε άλλο τόπο μακριά από την έδρα της επιχείρησης, ενώ κατά τις υπόλοιπες περισσότερες ημέρες κάθε μήνα εργάζεται στην έδρα της επιχείρησης. Η επανάληψη των μετακινήσεων του μισθωτού εκτός έδρας, καθώς και η συχνότητα των μετακινήσεων αυτών, δεν μεταβάλλει καταρχήν το χαρακτήρα της αποστολής εκτός έδρας σαν πρόσκαιρης.
ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ
Αθήνα σήμερα την…………………………… μεταξύ του ……………………………………….., που διατηρεί ………………………………………..( επιχείρηση, γραφείο κ.λπ.) και του ………………………………………., κατοίκου …………………………………………. Συμφωνούνται τα εξής:Ι. Ο πρώτος από τους συμβαλλόμενους (εργοδότης) προσλαμβάνει το δεύτερο συμβαλλόμενο (μισθωτό) στην επιχείρησή του ως …………………….. για χρονικό διάστημα (ορισμένο ή αόριστο) από ……………….ΙΙ. Συμφωνείται ρητώς ότι ο εργοδότης έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί αυτόν ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρηση και κατά την ελεύθερη κρίση του, είτε ενταύθα είτε σε διαφόρους άλλους τόπους (ή ορισμένη περιφέρεια), χωρίς η χρησιμοποίηση αυτή να παρέχει στο μισθωτό να αξιώσει αποζημίωση για διανυκτέρευση εκτός έδρας, δεδομένου ότι ως έδρα παροχής της εργασίας, καθορίζονται όλοι οι ανωτέρω τόποι παροχής εργασίας που συμφωνήθηκαν.
Το παρόν έγινε σε δυο αντίτυπα και έλαβε ο καθένας από τους συμβαλλόμενους ένα αντίτυπο.
Οι Συμβαλλόμενοι
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΚΤΟΣ ΕΔΡΑΣ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ
Η Υπουργική Απόφαση έχει εφαρμογή σε όλους γενικά τους μισθωτούς (υπαλλήλους, εργατοτεχνίτες, μαθητευόμενους κ.λπ.), που συνδέονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα με την ιδιότητα του εργοδότη και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που παρουσιάζει (έστω και αν εργοδότης είναι το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.), εκτός από εκείνους για τους οποίους προβλέπουν ειδικές διατάξεις την εκτός έδρα αποζημίωσή τους. Επίσης, με ατομική ή συλλογική σύμβαση εργασίας μπορούν να καθοριστούν ευνοϊκότεροι όροι αποζημίωσης για εκτός έδρας απασχόληση. Μόνο κατ’ εξαίρεση δεν έχει εφαρμογή στα πρόσωπα που κατέχουν θέση εποπτείας, διεύθυνσης ή εμπιστευτική κ.λπ. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, στα πρόσωπα αυτά δεν εφαρμόζονται κι άλλες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Η αποζημίωση εκτός έδρας οφείλεται κι όταν πρόκειται για άκυρη σύμβαση εργασίας
Έννοια του όρου «διανυκτέρευση»
Σαν διανυκτέρευση εννοείται η παραμονή του μισθωτού καθ όλη τη διάρκεια της νύκτας, δηλαδή από τη δύση μέχρι την ανατολή του ήλιου, σε ορισμένο μέρος ή σε κίνηση, μακριά από την έδρα της επιχείρησης όπου εργάζεται. Συνεπώς, αν ο μισθωτός επανέλθει στην έδρα του κατά τη διάρκεια της νύκτας, δεν οφείλεται αποζημίωση. Παρά ταύτα, όμως, έγινε δεκτή η άποψη ότι αποζημίωση εκτός έδρας οφείλεται κι όταν δεν διανύεται όλο το διάστημα από τη δύση του ήλιου μέχρι την ανατολή, δηλαδή και σε περίπτωση που υπολείπονται ορισμένες ώρες μέχρι την ανατολή του ήλιου (Εγγρ. Υπ. Εργ. 129993/67).
Η αποζημίωση των μισθωτών για την εκτός έδρας απασχόλησής του, είναι άσχετη με την πρόσθετη αμοιβή και προσαύξηση, που δικαιούνται για την παροχή εργασίας τις Κυριακές και εξαιρέσιμες εορτές ή σε νυκτερινές ώρες ή υπερωριακά. Επομένως, όταν συμπέσουν οφείλονται σωρευτικά –εφόσον βέβαια συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για καθεμιά από αυτές- που υπολογίζονται όμως χωριστά. Διευκρινίζεται όμως, ότι η εκτός έδρας αποζημίωση και στην προκειμένη περίπτωση θα υπολογιστεί πάνω στις νόμιμες αποδοχές, δηλαδή χωρίς να προσαυξηθούν αυτές κατά 75% ή 25%.
Οπότε ο εργαζόμενος εκτός έδρας δικαιούται να λάβει:
α) Καταρχή τις αποδοχές, που θα έπαιρνε αν εκτελούσε την εργασία του στην έδρα της επιχείρησης,
β) Σε περίπτωση απασχόλησης πέρα από το νόμιμο ωράριό του (8ωρο, 7ωρο κ.λπ.), δικαιούται να λάβει τη συμπληρωματική αμοιβή της υπερεργασίας ή υπερωρίας,
γ) Αν τυχόν όλες ή μερικές από τις ώρες εργασίας του είναι νυκτερινές, δηλ. εμπίπτουν στο διάστημα από 10ης βραδινής μέχρι 6ης πρωινής, δικαιούται γι’ αυτές να λάβει την προσαύξηση 25%,
δ) Αν τυχόν όλες ή μερικές από τις ώρες εργασίας του εμπίπτουν σε ημέρα Κυριακή ή εξαιρέσιμης εορτής, δικαιούται γι’ αυτές να λάβει την προσαύξηση 75%.
Ο υπολογισμός της αποζημίωσης: Σύμφωνα με ρητή διάταξη του νόμου, η αποζημίωση για την εκτός έδρας εργασία υπολογίζεται επί του νόμιμου μισθού ή ημερομισθίου και όχι επί των τυχόν μεγαλύτερων αποδοχών, που καταβάλλει ο εργοδότης. Σαν νόμιμος μισθός ή ημερομίσθιο νοείται αυτός που καθορίζεται από την οικεία συλλογική σύμβαση, υπουργική ή διαιτητική απόφαση κ.λπ. για κάθε κατηγορία μισθωτών, στον οποίο βέβαια περιλαμβάνονται και τα προβλεπόμενα απ’ αυτές κάθε μορφής επιδόματα (π.χ. πολυετίας, οικογενειακών βαρών κ.ά. Πάντως, η αποζημίωση οφείλεται, έστω κι ο μισθωτός αμείβεται με αποδοχές μεγαλύτερες από το νόμιμο μισθό ή ημερομίσθιο.
Περαιτέρω, η αποζημίωση εκτός έδρας καταβάλλεται αυξημένη κατά την αμοιβή των υπερωριών, της νυκτερινής εργασίας και της εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, όταν παρέχονται περιοδικά και σταθερά σε ορισμένα χρονικά διαστήματα. Αν είναι κυμαινόμενες, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος του προηγούμενου χρονικού διαστήματος.
Η δικαστηριακή νομολογία δέχεται ότι, σε περίπτωση που ο καταβαλλόμενος στον υπάλληλο μισθός καθορίζεται συμβατικά, επειδή δεν θεσπίστηκε κατώτατο όριο μισθού, η παραπάνω αποζημίωση υπολογίζεται βάσει του μισθού που προβλέπεται από την ατομική συμφωνία (Α.Π. 364/56, Πρωτ. Πειραιώς 506/67).
Ημερήσιος μισθός, κατά γενική αρχή, των εργαζομένων που αμείβονται με μηνιαίο μισθό, θεωρείται το 1/25 αυτού. Εκτός βέβαια, αν ο μισθωτός εργάζεται νόμιμα τις Κυριακές, χωρίς να δικαιούται ανάπαυση σε άλλη ημέρα της εβδομάδας, οπότε για την εξεύρεση του ημερομισθίου του ο μισθός του διαιρείται με 30.
ΜΙΣΘΟΣ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ
ΕΓΓΡ. ΥΠ. ΟΙΚ. Ε454/74
Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη της νομοθεσίας και νομολογίας, μισθός θεωρείται κάθε παροχή που δίνεται από τους εργοδότες στους εργαζόμενους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους. Δηλαδή κάθε αμοιβή σε χρήμα και σε είδος (λ.χ. τροφή, κατοικία κ.λπ.), η οποία καταβάλλεται τακτικά και μόνιμα, είτε βάσει της εργασιακή σχέσης είτε της συλλογικής σύμβασης ή του νόμου, είτε βάσει της επικρατούσας συνήθειας, όταν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία. Όταν καταβάλλεται παροχή σε είδος ως μισθός, η αποτίμηση αυτής σε ευρώ γίνεται σύμφωνα με το τίμημα, που θα κατέβαλε αυτός στην ελεύθερη αγορά, για την προμήθεια του είδους.
Στην έννοια του μισθού περιλαμβάνεται όχι μόνο η κύρια παροχή (βασικός μισθός), αλλά και κάθε άλλη πρόσθετη παροχή επιπλέον του νόμιμου ή του συμφωνημένου μισθού, η οποία καταβάλλεται για μακρύ χρονικό διάστημα, ακόμα κι αν αυτή δίδεται οικειοθελώς από τον εργοδότη.
Παράλληλα, όμως, με το μισθό είναι δυνατό να συμφωνηθεί και η πληρωμή πρόσθετων επιδομάτων (π.χ. ποσοστά, πριμ αυξημένης αποδοτικότητας κ.λπ.), με τα οποία επιδιώκεται μεγαλύτερη ποσοτική ή ποιοτική απόδοση εργασίας. Όπως δέχεται πλέον η δικαστηριακή νομολογία κι αυτά αποτελούν πλέον μέρος του μισθού και κρίνονται σύμφωνα με τις ανάλογες διατάξεις, άσχετα με το αν καταβάλλονται κατόπιν ρητής ή σιωπηρής συμφωνίας, αρκεί να καταβάλλονται τακτικά και αδιαλείπτως, σαν αντάλλαγμα της εργασίας του μισθωτού.. Αν ο εργοδότης προβαίνει τακτικά και χωρίς επιφυλάξεις σε παροχές προς το μισθωτό, πέρα από το βασικό μισθό και ο μισθωτός τις αποδέχεται, τότε υπάρχει σιωπηρή σύμβαση για τακτική καταβολή των παροχών αυτών σαν μισθού (Α.Π. 1713/87)Επιπλέον έχει κριθεί ότι στην έννοια του μισθού περιλαμβάνεται και η παροχή που δίνεται στους μισθωτούς για τη μετάβασή τους σε τόπο εργασίας, που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από τον τόπο κατοικίας. Ακόμα και παροχή που δίδεται σε μισθωτούς που δεν απουσίασαν από την εργασία τους για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Η ομαδική ασφάλιση του προσωπικού από τον εργοδότη, ο οποίος συνάπτει γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου και αναλαμβάνει να καλύπτει μερικά ή ολικά τα ασφάλιστρα, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, αν αποτελέσει όρο της μεταξύ του εργοδότη και των μισθωτών σύμβασης εργασίας.
Οικειοθελείς-πρόσθετες παροχές: Πολλές φορές συμβαίνει οι εργοδότες εκτός από τον καταβαλλόμενο νόμιμο ή συμφωνηθέντα μισθό να χορηγούν οικειοθελώς στους εργαζόμενους διάφορες παροχές, τακτικά και για μακρό διάστημα σαν κίνητρο απόδοσης. Οι παροχές αυτές μπορούν να καταλήξουν σε σιωπηρή συμφωνία για τακτική καταβολή τους και να αποτελέσουν προσαύξηση του μισθού, αν ο εργοδότης δεν διατήρησε το δικαίωμα για ελεύθερη διακοπή και ανάκλησή τους. Εφόσον όμως χαρακτηρίζονται ως τακτικές αποδοχές, δεν επιτρέπεται να περικοπούν μονομερώς, καθώς αυτό αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας.
Επιπλέον σύμφωνη και η 247/2003 (1818/2005) απόφαση του Αρείου Πάγου, που δέχεται ότι μισθό αποτελεί κάθε πρόσθετη παροχή υπέρ τα ελάχιστα όρια αυτού, η οποία χορηγείται από τον εργοδότη στον μισθωτό τακτικά και ανελλιπώς ως αντάλλαγμα νόμιμο ή συμβατικό της προσφερόμενης εργασίας του. Υπό την έννοια αυτή καταρτίζεται σιωπηρή σύμβαση περί τακτικής καταβολής της ως μισθού, οπότε δεν μπορεί να ανακληθεί, εκτός, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αν ο εργοδότης διαφύλαξε το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης ή αν η παροχή είχε χορηγηθεί από ελευθεριότητα κι όχι ως αντάλλαγμα εργασίας, η αν χορηγήθηκε προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης, οι οποίες έπαψαν να υπάρχουν. Επομένως, παροχές που δίνονται από τον εργοδότη οικειοθελώς και από ελευθεριότητα (χωρίς νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση) με τη διευκρίνιση ότι μπορεί να διακόψει αυτός την καταβολή τους οποτεδήποτε, δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές. Το ίδιο ισχύει και για παροχές που χορηγούνται για την εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης.
Ασφαλιστικές Εισφορές: Ενδέχεται η εισφορά υπέρ του ΙΚΑ και άλλων Ταμείων, που βαρύνει τους μισθωτούς (εργατική εισφορά) να καταβάλλεται από τον εργοδότη. Όταν δηλ. με τη θέλησή του δεν την παρακρατεί από τις αποδοχές τους, με σκοπό να αυξήσει την αμοιβή τους. Γεγονός που συμβαίνει όχι μόνο γιατί δεν μειώνεται ο μισθός, αλλά και γιατί αυτά τα ποσά καταγράφονται στα βιβλία της επιχείρησης σαν δαπάνη από μισθούς και ημερομίσθια που βαρύνουν την επιχείρησή του. Στην περίπτωση αυτή το ποσό της εργατικής αυτής εισφοράς θεωρείται ότι αποτελεί προσαύξηση του μισθού και συνεπώς υπόκειται σε εισφορές, προστιθέμενο στις λοιπές αποδοχές για τον υπολογισμό τους.
Φιλοδωρήματα: Στην έννοια των τακτικών αποδοχών περιλαμβάνονται και τα φιλοδωρήματα, που δίνονται στους εργαζόμενους από τρίτους (π.χ. σερβιτόροι) Και η δικαστηριακή νομολογία το δέχεται, εφόσον δίνεται από συνήθεια και τακτικά και επηρεάζει ουσιαστικά την πάγια αμοιβή που καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο. Παράλληλα, από τα πολιτικά δικαστήρια έχει γίνει δεκτό ότι τα φιλοδωρήματα, που καταβάλλονται προαιρετικά από τους πελάτες έναντι της εξυπηρέτησης που τους παρέχεται, αποτελούν αποδοχές, μόνο όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενους σχετικά με τη δυνατότητα είσπραξης φιλοδωρημάτων και αυτά βέβαια εισπράττονται τακτικά. Δεν ισχύει αυτό όταν τα φιλοδωρήματα εισπράττονται χωρίς τη συγκατάθεση του εργοδότη ή χωρίς να το γνωρίζει ή με τρόπο που αντίκειται στην καλή πίστη καθώς και όταν δίνονται έκτακτα.
Οδοιπορικά έξοδα: Από τα πολιτικά δικαστήρια έχει κριθεί ότι τα οδοιπορικά έξοδα που καταβάλλονται στους μισθωτούς θεωρούνται σαν μισθός, όταν δεν εξαρτώνται από την πραγματοποίηση υπηρεσιακών αναγκών, δεν υπόκεινται σε απόδοση λογαριασμού και δεν διακόπτονται σε περίπτωση αδείας ή ασθένειας.
Ο συμβατικός μισθός εννοείται και χαρακτηρίζεται αυτός που έχει καθοριστεί από συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενους, στην ατομική τους σύμβαση εργασίας (γραπτή ή προφορική). Εννοείται ότι είναι πάντα μεγαλύτερος από τον νόμιμο. Άλλωστε μικρότερος απαγορεύεται από το νόμο. Η διάκριση αυτή είναι χρήσιμη και για πρακτικούς λόγους, γιατί άλλες προσαυξήσεις υπολογίζονται επί του βασικού μισθού κι άλλες επί του καταβαλλόμενου.
Συνήθης μισθός θεωρείται εκείνος που καταβάλλεται σε άλλους εργαζόμενους του ίδιου φύλου και ηλικίας, οι οποίοι διαθέτουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν την ίδια εργασία. Ζήτημα καταβολής του συνήθους μισθού προκύπτει όταν δεν έχει συμφωνηθεί το ύψος και το είδος του μισθού και δεν υπάρχει βέβαια νόμιμος μισθός.
Μισθός σε ποσοστά επί των κερδών, ο οποίος υπολογίζεται επί των καθαρών κερδών της επιχείρησης, συνήθως κατά την περίοδο ενός έτους.Είναι δυνατό να συμφωνηθεί η πληρωμή του μισθού με συνδυασμό των ανωτέρω τρόπων, δηλαδή μηνιαίος μισθός ή ημερομίσθιο και συγχρόνως ποσοστά επί των κερδών ή πρόσθετη αμοιβή κατά μονάδα παραγόμενες εργασίας κ.ο.κ.. Σε κάθε περίπτωση υπόχρεος για την καταβολή του μισθού είναι ο εργοδότης ακόμη κι όταν φαινομενικά η αμοιβή της εργασίας καταβάλλεται από τρίτους (π.χ. πελάτες).
Παροχές μη θεωρούμενες μισθός, βάσει της δικαστηριακής νομολογίας:
α) Οι πρόσθετες παροχές σε χρήμα ή σε είδος, που δίνονται όχι ως αντάλλαγμα της εργασίας, αλλά για κάποιο σκοπό (π.χ. η χορήγηση ειδικής στολής στο προσωπικό, η παραχώρηση συγκοινωνιακών μέσων κ.λ.π.) ακόμα κι αν παρέχουν κάποια ωφέλεια για το μισθωτό, εφόσον κύρια και βασική αιτία της χορήγησή τους είναι η εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησης. Επίσης δεν δίνονται από τον εργοδότη οικειοθελώς και από ελευθεριότητα (χαριστικά) με δικαίωμα ανάκλησης ή διακοπής.
β) Χρηματικές παροχές, που καταβάλλονται για οδοιπορικά έξοδα εντός κι εκτός πόλης
γ) Κάθε παροχή που δίνεται ανεξάρτητα από την παρεχόμενη εργασία και όχι ως αντάλλαγμα αυτής
δ) Οι παροχές που επιβάλλονται από λόγους υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων
ε) Το επίδομα κατοικίας (ενοικίου) όταν καταβάλλεται όχι τακτικά και μόνιμα, αλλά μόνο όταν απασχολούνται οι μισθωτοί μακριά από τον τόπο κατοικίας τους με σκοπό την προσέλευση των μισθωτών από άλλες περιοχές, εφόσον είναι δύσκολο να βρεθούν εργαζόμενοι στο τόπο εργασίας
στ) Η παροχή στον μισθωτό της χρήσης αυτοκινήτου στον εργοδότη, για την μεταφορά του στον τόπο εργασίας
ζ) Οι αποζημιώσεις κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και οι προσαυξήσεις (αστικές ποινές) τις οποίες υποχρεούται να καταβάλει ο εργοδότης για παράνομη εργασία, δηλ. παράνομη υπερωριακή εργασία, εργασία παρά το νόμο τις Κυριακές κατά τις οποίες δεν επιτρέπεται η εργασία, εργασία κατά τις ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης του μισθωτού λόγω νόμιμης εργασίας του κατά τις Κυριακές κ.λπ., γιατί αυτές δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα εργασία που παρασχέθηκε νόμιμα (Α.Π. 235/2004) Α.Κ.
Συντακτική Ομάδα Oenet