Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014 - 8:33

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1' Πολιτικό Τμήμα-Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Πάσχο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών με την επωνυμία ......., που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αλεξίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 238/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-3-2009 αίτησή του και τους από 10-8-2012 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 28-12-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 6 παράγραφος 2 του Ν. 3198/55, κατά την οποία: "πάσα αξίωσις μισθωτού περί καταβολής ή συμπληρώσεως της κατά τον Ν. 2112/1920 ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, ή το ΒΔ της 16/18.7.1920 αποζημιώσεως, τυγχάνει απαράδεκτος εφ' όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός εξαμήνου αφ' ης κατέστη απαιτητή", αφορά αγωγή περί καταβολής αποζημιώσεως που οφείλεται σύμφωνα με το Ν. 2112/1920 ή το Β.Δ. της 16/18.7.1920, ήτοι εκείνης που είναι ίση με το σύνολο των αποδοχών τις οποίες θα ελάμβανε ο απολυόμενος μισθωτός κατά τον χρόνο προ του οποίου θα έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 2112/1920, να γίνει η καταγγελία και όχι αγωγή που αφορά πρόσθετη αποζημίωση συμφωνημένη νομίμως, πέραν της οριζομένης από τον ως άνω ν. 2112/1920 (άρθρ. 1 παράγρ. 1 Ν. 2112/20, 361 ΑΚ). Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ενάγων - αναιρεσείων εκθέτει ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, η τελευταία τον προσέλαβε ως υπάλληλο - διαχειριστή αυτής την 4-10-1980 και εργάστηκε έκτοτε με την εν λόγω ιδιότητα μέχρι την 31-12-2004, οπότε η αναιρεσβλητη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, την οποία ο ίδιος αποδέχτηκε, καταβάλλοντας σ' αυτόν την προβλεπόμενη από το ν. 2112/1920 αποζημίωση των 66.403,48 ευρώ.

Ότι με την υπ' αριθμ. 3/7-12-2002 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως των μελών της αναιρεσίβλητης όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 1/8-1-2003 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, λήφθηκε απόφαση για τη χορήγηση κινήτρων οικειοθελούς αποχώρησης των υπαλλήλων που συμπλήρωναν συντάξιμο χρόνο υπηρεσίας μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και ο ίδιος (αναιρεσείων) με σκοπό την εξυγίανση της αναιρεσίβλητης, στην περίπτωση δε του αναιρεσείοντος το κίνητρο οικειοθελούς αποχώρησης ανερχόταν στο ποσό των 293,47 ευρώ για κάθε έτος υπηρεσίας πλέον της προβλεπόμενης από το ν. 2112/1920 αποζημίωσης, για το λόγο δε αυτό αποδέχτηκε την καταγγελία της σύμβασής του, ενώ ρητά επιφυλάχθηκε κατά την υπογραφή της εξοφλητικής απόδειξης που αφορούσε την ως άνω αποζημίωση απολύσεως για την καταβολή σ' αυτόν και του ως άνω ποσού των 293,47 ευρώ (100.000 δρχ) για κάθε έτος υπηρεσίας του. Ζητούσε δε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει συνολικά το ποσό των 7.336,75 ευρώ επικαλούμενος συμβατική υποχρέωση της τελευταίας για την καταβολή του. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή δεν υπόκειται στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 άρθρου 2 του ν. 3198/1955, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αφού η ένδικη αξίωση του αναιρεσείοντος κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν πηγάζει ευθέως από το ν. 2112/1920, αλλά από την επικαλούμενη συμβατική υποχρέωση της αναιρεσίβλητης.

Επομένως το Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, το οποίο δικάζοντας ως Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη γιατί παρήλθε η ως άνω εξάμηνη προθεσμία και απέρριψε μετά ταύτα την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως, εσφαλμένα ερμήνευσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του ν. 3198/1955 και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και όλοι οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν, σύμφωνα με την αληθή έννοια του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 238/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 2013. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δημοτικού Ιδρύματος του Δήμου Ροδίων με την επωνυμία ....... που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σαλαμαστράκη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 3-12-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Της αναιρεσίβλητης: Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Πανταζή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 124/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-10-2010 αίτησή του, με τις δε από 3-12-2012 προτάσεις του, ζητεί και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 1-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 Κ.Πολ.Δ., η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3320/2005 "Σύσταση θέσεων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου". 1. Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του. 2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του Π.Δ. 164/2004. 3. Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων, λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. 5. Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του Ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44 Α').

Ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης. "Για τη συμπλήρωση του χρονικού περιορισμού που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο συνυπολογίζεται και ο χρόνος που ο κατατασσόμενος συμβασιούχος έχει διανύσει με τον τίτλο σπουδών ανώτερης βαθμίδας που κατέχει." Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 140/2007 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε επί της από 26-6-2005 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος και αφορούσε μισθολογικές διαφορές αυτής για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 15-8-2005, με την απόφαση αυτή κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, ότι η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε στις 19-10-1995 από τον αναιρεσείοντα ως επιστημονική Διευθύντρια στον Ιατροπαιδαγωγικό Σταθμό αυτού. Ότι έκτοτε συνέχισε να εργάζεται με το ίδιο καθεστώς με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που φαινομενικά καταρτιζόταν με τις αναφερόμενες εταιρίες ως δήθεν εργοδότριές της έως 31-12-2004, οπότε λόγω καταγγελίας της συμβάσεώς της απολύθηκε. Ότι συνήψε νέα σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου με τον αναιρεσείοντα για να απασχοληθεί με την ίδια ειδικότητα και στην ίδια θέση για το διάστημα από 1-1-2005 έως 1-3-2005. Ότι στην πραγματικότητα όλες οι παραπάνω συμβάσεις ανέπτυσσαν τα αποτελέσματά τους μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης και όχι μεταξύ των φερομένων ως εργοδοτών της. Ότι, με την 914/26-9-2005 απόφαση του Γ' Τμήματος του ΑΣΕΠ περί υπαγωγής συμβασιούχων στο π.δ. 164/2004 και κατόπιν της 5/21-3-2005 σύμφωνης γνωμοδοτήσεως του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Δήμου Ροδίων, η μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης ανωτέρω εργασιακή σύμβαση μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο ότι η ενάγουσα κατά το διάστημα από Ιούλιο 2004 έως Δεκέμβριο 2004 αμειβόταν με το ποσό των 2.590 ευρώ ως μικτές αποδοχές, μηνιαίως και 1.723 ευρώ ως καθαρές αποδοχές. Ότι, πριν από την έκδοση της παραπάνω απόφασης του ΑΣΕΠ, η ενάγουσα την 1-1-2005 συνήψε με τον εναγόμενο Οργανισμό νέα σύμβαση εργασίας για το διάστημα από 1-1-2005 έως 30-3-2005, με τον όρο 3 της οποίας συμφωνήθηκε ότι οι αποδοχές της ενάγουσας καθορίζονται από τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας του προσωπικού που απασχολείται στους Ο.Τ.Α. Ότι οι νόμιμες αποδοχές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 1876/1990, είναι εκείνες, που καθορίζονται στην από 23-7-2004 Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕ - ΟΤΑ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης", η οποία κατατέθηκε στην αρμόδια Γενική Δ/νση Εργασίας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Πρόνοιας (αρ. κατάθ. 71/26-7-2004), και από 3-9-2004 εφαρμόζεται και στους εργαζόμενους στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Μ.Ε. - Ο.Τ.Α.) σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 παρ. 1γ', 3 παρ. 1 και 3, 5, 7, 8Α παρ. 4γ' και 6γ ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. ..." που παραπέμπει το άρθρο 2 παρ. 1 της ως άνω Σ.Σ.Ε., για την ενάγουσα, ως πτυχιούχο ανώτατης εκπαίδευσης ... . Το ως άνω ποσό των 1.723 ευρώ υπερβαίνει το ποσό των 1.146,12 ευρώ, πλην όμως το τελευταίο είναι το καθοριζόμενο από την εν λόγω Σ.Σ.Ε. και είναι το αποτέλεσμα της ανωτέρω έγγραφης συμφωνίας, με τον όρο 3 της οποίας συμφωνήθηκε ότι οι αποδοχές της ενάγουσας θα καθορίζονται από τις Σ.Σ.Ε. του προσωπικού που απασχολείται στους Ο.Τ.Α.

Ότι τη συμφωνία αυτή αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα η ενάγουσα και, συνεπώς, δεν συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας, αλλά νέα συμφωνία. Πρόκειται δε για σαφή συμφωνία καθορισμού των όρων αμοιβής, το κύρος της οποίας (συμφωνίας) δεν προσβλήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας είτε με αγωγή, με περιστατικά και αίτημα ακύρωσης της συμφωνίας αυτής λόγω πλάνης, είτε με παραδεκτά προβαλλόμενο σχετικό ισχυρισμό κατά την πρωτόδικη δίκη. Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. 48/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναιρέσεως κατά της ως άνω αποφάσεως (140/2007) έγινε δεκτό ότι ναι μεν, με την από 31-8-2005 ΣΣΕ της ΠΟΕ -ΟΤΑ, που ίσχυσε από 1-1-2005 ορίστηκε (άρθρο 3 παρ. 1 και 2 αυτής) ότι "ο βασικός μισθός του ειδικού επιστημονικού προσωπικού καθορίζεται στο ποσό των 1300 ευρώ, σε περίπτωση δε που από τις ρυθμίσεις της ανωτέρω διάταξης προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μικρότερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι κατά την 31-12-2004, η τυχόν διαφορά διατηρείται ως προσωπική μέχρι την κάλυψή της από οποιαδήποτε αύξηση των νέων αποδοχών", όμως ενόψει της ως άνω ανεπιφύλακτης αποδοχής από την αναιρεσίβλητη για τον καθορισμό των αποδοχών της από τις ΣΣΕ, δεν μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ αυτής ως μισθωτού, που καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ, την οποία αρχή ήδη προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990. Με την κρινόμενη αγωγή της η αναιρεσίβλητη ζητούσε, κατά το δεύτερο μέρος της που ενδιαφέρει εν προκειμένω, να της επιδικαστεί το ποσό των 29.662,06 ευρώ που αφορά μισθολογικές διαφορές αυτής για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-5-2008 ισχυριζόμενη ότι, με την υπ' αριθμ. 45/1995 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος είχε προσληφθεί ως επιστημονική Διευθύντρια του Ιατροπαιδαγωγικού Κέντρου του, τα καθήκοντα δε αυτά άσκησε έκτοτε με αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου που όπως έχει ήδη κριθεί τελεσίδικα είχαν το χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και ότι μετά τη μετατροπή της συμβάσεώς της σε αορίστου χρόνου με την υπ' αριθμ. 914/2005 απόφαση του ΑΣΕΠ, ο αναιρεσείων την κατέταξε στο 17ο μισθολογικό κλιμάκιο στις 30-12-2005 σε θέση "ΠΕ Γιατρού Παιδοψυχιάτρου" με αποτέλεσμα να της καταβάλει μειωμένες αποδοχές και όχι αυτές που ελάμβανε στις 31-12-2004.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 124/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατά το δεύτερο μέρος της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής: Ο αναιρεσείων ........... με την με αριθμό 45/1995 απόφαση του διοικητικού Συμβουλίου του ενέκρινε την πρόσληψη της ενάγουσας με την ειδικότητα της παιδοψυχιάτρου και με βάση τα τυπικά και ουσιαστικά της προσόντα (ειδίκευση, μεταπτυχιακό τίτλο, προϋπηρεσία και επιδόσεις) στη θέση της Επιστημονικής Διευθύντριας του Ιατροπαιδαγωγικού Κέντρου αυτού από 19-10-1995. Έκτοτε συνέχισε να απασχολείται από τον εναγόμενο με το ίδιο καθεστώς με αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί φαινομενικά με εργοδότες τις εταιρίες που είχαν συσταθεί από το Δήμο Ρόδου, οι οποίες σε κάθε περίπτωση, όπως κρίθηκε τελεσίδικα με την με αριθμό 140/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, ανέπτυσσαν τα αποτελέσματά τους μεταξύ των διαδίκων και ότι ο πραγματικός εργοδότης της αναιρεσίβλητης ήταν μόνο ο αναιρεσείων στον οποίο απασχολήθηκε με την ιδιότητα με την οποία αρχικά προσελήφθη ως ειδικό επιστημονικό προσωπικό συνεχώς, από το χρόνο προσλήψεώς της (19-10-1995), ενώ ήδη η μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσείουσας υφισταμένη εργασιακή σύμβαση με την με αριθμό 914/26-09-2005 απόφαση του Γ' Τμήματος του ΑΣΕΠ περί υπαγωγής των συμβασιούχων του Πδ/τος 164/2004 και κατόπιν της με αριθμ. 5/21-3-2005 σύμφωνης γνωμοδότησης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Δήμου Ροδίων, το οποίο αρμοδίως αποφαίνεται για την υπηρεσιακή κατάσταση των απασχολούμενων στον αναιρεσείοντα Οργανισμό υπαλλήλων, μετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ως εκ τούτου επιβεβαιώθηκε ότι εργοδότης της ενάγουσας ήταν εξ αρχής ο αναιρεσείων δημοτικός οργανισμός, αφού σε αντίθετη περίπτωση δεν θα συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της εργασιακής σύμβασης στο άρθρο 11 του άνω Π.δ/τος.

Πρέπει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι το ΑΣΕΠ, το οποίο βέβαια δεν έχει καμία αρμοδιότητα να κρίνει την υφή και να προσδώσει τον οποιοδήποτε νομικό χαρακτηρισμό στην εργασιακή σύμβαση της ενάγουσας με τον εναγόμενο, με την ανωτέρω απόφασή του, έκρινε μόνο ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή στις διατάξεις του άρθρου 11 του Π.δ/τος 164/2004 των αναφερόμενων στα οικεία πρακτικά του υπηρεσιακού συμβουλίου υπαλλήλων ΟΤΑ Ν. Δωδεκανήσου, 39 υπαλλήλων του εναγομένου δημοτικού οργανισμού μεταξύ και αυτών συμπεριλαμβάνεται και η ενάγουσα την οποία κατέταξε με την ειδικότητα ΠΕ ιατρών Παιδοψυχιάτρων, ενώ στη συνέχεια με την με αριθμό 4/19-1-2006 απόφαση του Προέδρου του εναγόμενου η ενάγουσα κατατάχθηκε απλά στη θέση "ΠΕ Γιατρού Παιδοψυχιάτρου", αφού συστάθηκε οργανική θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου γιατρού "Παιδοψυχιάτρου" σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3320/2005. Όμως από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα στην πραγματικότητα απασχολήθηκε συνεχώς από τον εναγόμενο εργοδότη της και κατά τα έτη 2006, 2007 και 2008 με την αρχική ιδιότητα για την οποία είχε προσληφθεί δηλαδή της επιστημονικής διευθύντριας του Ιατροπαιδαγωγικού σταθμού, όπου έχοντας τον συντονισμό και την επίβλεψη της επιστημονικής της ομάδας για την επίτευξη των σκοπών του κέντρου αυτού, ανεξάρτητα και από το ότι λόγω της εργασιακής σχέσης, δηλαδή ως υπάλληλος του εναγόμενου αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου δεν προβλεπόταν η επιλογή και η τοποθέτησή της ως προϊσταμένης οργανικής μονάδας του εναγόμενου.

Ειδικότερα η ενάγουσα ως επιστημονική διευθύντρια του Ιατροπαιδαγωγικού Κέντρου του εναγομένου είχε και την ευθύνη της διάγνωσης και ψυχοθεραπείας όλων των περιπτώσεων που απευθύνονται στο Κέντρο για τη θεραπευτική αντιμετώπιση του παιδιού - εφήβου, στο χώρο του, δηλαδή στο οικογενειακό, σχολικό και εν γένει κοινωνικό περιβάλλον, συμβάλλοντας ουσιαστικά και με τις επιστημονικές της δυνατότητες στη διαμόρφωση της δομής ψυχικής υγείας του παιδιού και εφήβου, η οποία είναι μοναδική στην περιφέρεια του Νοτίου Αιγαίου καλύπτοντας με επάρκεια τις ανάγκες του χώρου αυτού και προάγοντας την ψυχική υγεία του παιδικού και εφηβικού πληθυσμού. Η κατάταξή της λοιπόν με την προαναφερόμενη απόφαση του Προέδρου του Εναγομένου σε θέση "ΠΕ Γιατρού Παιδοψυχιάτρου" χωρίς να αναφέρεται η πιο πάνω ιδιότητα με την οποία παρείχε τις υπηρεσίες στον εναγόμενο, δηλαδή αυτή του ειδικού επιστημονικού προσωπικού, έγινε καταχρηστικά και προκειμένου να φαλκιδευτεί η πραγματική εργασιακή σχέση που την συνέδεε με τον εναγόμενο και με την οποία άλλωστε επιστημονική ιδιότητα είχε πραγματικά προσληφθεί.
Συνεπώς και σύμφωνα με τις διατάξεις των σχετικών άρθρων των ΣΣΕ ΠΟΕ - ΟΤΑ των ετών 2006, 2007, 2008 για τον καθορισμό των αποδοχών του ειδικού επιστημονικού προσωπικού, οι οποίες έχουν εφαρμογή για την ενάγουσα ενόψει της ανωτέρω απασχόλησής της στον εναγόμενο ως ειδικό επιστημονικό προσωπικό η τελευταία έπρεπε να λαμβάνει τις συνολικά μηνιαίες αποδοχές που ελάμβανε στις 31-12-2004, της τυχόν διαφοράς διατηρούμενης ως προσωπικής μέχρι την κάλυψή της από τις οποιαδήποτε αυξήσεις των νέων της αποδοχών, οι οποίες ανέρχονται στο μηνιαίο ποσό των 2.594 ευρώ το οποίο ελάμβανε ως μικτές αποδοχές, ενώ ως καθαρές αποδοχές ελάμβανε το ποσό των 1.725 ευρώ.

Έτσι η ενάγουσα η οποία κατά τα έτη 2006, 2007 και 2008 αμειβόταν με χαμηλότερες αποδοχές από αυτές που ελάμβανε στις 31-12-2004 δικαιούται τις αναφερόμενες διαφορές τις όπως αναλυτικά αναφέρονται τις οποίες και επιδίκασε αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το σχετικό κεφάλαιο αυτής. Απέρριψε δε την ένσταση περί υπάρξεως δεδικασμένου ως προς το ύψος των αποδοχών της αναιρεσίβλητης που απορρέει από την υπ' αριθμ. 140/2007 τελεσίδικη απόφαση του ίδιου δικαστηρίου ως αβάσιμη, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, εσφαλμένα απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι απορρέει δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 140/2007 απόφαση του ίδιου Εφετείου σχετικά με το ύψος των αποδοχών της αναιρεσίβλητης, αφού σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω με την ως άνω απόφαση έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου ότι η συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων κατά τη σύναψη της τελευταίας σύμβασης ορισμένου χρόνου της αναιρεσίβλητης, πριν τη μετατροπή αυτής σε αορίστου χρόνου, κατά την οποία οι αποδοχές αυτής θα καθορίζονται από τις ΣΣΕ του προσωπικού που απασχολείται στους ΟΤΑ, είναι ισχυρή, και ότι η αναιρεσίβλητη ενόψει της συμφωνίας αυτής δεν δικαιούται να λάβει το μισθό που λάμβανε μέχρι την 31-12-2004 για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 15-8-2005.

Επομένως, ενόψει του δεδικασμένου που απορρέει από την απόφαση αυτή ορθώς υπολογίζονταν οι αποδοχές της αναιρεσίβλητης βάση των εν λόγω ΣΣΕ και για το ένδικο χρονικό διάστημα, το οποίο είναι μεταγενέστερο εκείνου που έκρινε η ως άνω απόφαση, καθόσον αφορά αποδοχές των ετών 2006 - 2007 - 2008, όπως ορθά κρίθηκε με την προσβαλλόμενη με την έφεση της αναιρεσίβλητης υπ' αριθμ. 124/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά ταύτα εφόσον κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η έφεση που άσκησε η αναιρεσίβλητη κατά της υπ' αριθμ. 124/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, σύμφωνα με το άρθρο 580 περ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 12 παρ. 4 του ν. 4055/2012, να καταδικαστεί δε η αναιρεσίβλητη - εκκαλούσα στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος - εφεσιβλήτου λόγω του δυσερμηνεύτου των ως άνω διατάξεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 244/2010 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 14-8-2009 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 124/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Απορρίπτει κατ' ουσίαν την έφεση. Και Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη - εκκαλούσα στην εν μέρει δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος - εφεσιβλήτου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ....., που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Αθανασόπουλο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι εκ παραδρομής στην αίτηση αναίρεσης αναγράφηκε η επωνυμία της εταιρείας ..... αντί του ορθού ......

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Δ. και 2) Π. Ψ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 229/2009 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-1-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 14-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις με αριθ. 8524 και 8523/16-9-2010 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αγρινίου ... ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου είχε επιδοθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα σε εκάτερο των αναιρεσιβλήτων για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 25-1-2011, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο με την παρουσία όλων των διαδίκων για την δικάσιμο της 1-11-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε με την παρουσία αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών για την 21-2-2012, κατά την οποία αναβλήθηκε και πάλι, κατά τον ίδιο τρόπο, για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής και επομένως, εφόσον αυτοί δεν παρέστησαν καθοιονδήποτε τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατ' αυτήν, για την οποία δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους, σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 226§4 ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενη και ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθ. 573§1 ΚΠολΔ) και επί περαιτέρω αναβολών, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθ. 576§2 ΚΠλΔ). II. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δηλ. χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά, ο λόγος, όμως, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στην επί της ουσίας κρίση του με βάση τ' αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του αριθ. 19 του ιδίου ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθ. 93§1 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ. δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Ελλείψεις, όμως, αναγόμενες μόνο στην στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ενώ και τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πατρών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας (της οποίας, σημειώνεται, η αρχική επωνυμία........... άλλαξε σε ........., ΦΕΚ 9434/ 2003, τ. ΑΕ και ΕΠΕ, χωρίς μεταβολή της νομικής της προσωπικότητας, μη δημιουργούμενης εντεύθεν αμφιβολίας και ασάφειας ως προς την ταυτότητά της) επί αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτής, με την προσβαλλομένη 229/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι από τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στα πρακτικά συνεδρίασης του περιεχόμενες ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων και χωρίς όρκο εξέταση του εκπροσώπου της εναγομένης, τις προσκομισθείσες από την εναγομένη και νομότυπα ληφθείσες 7190, 7191 και 7192/2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι αποδείχθηκε ότι (1) οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι) προσλήφθηκαν την 14-1-2002 ο 1ος και την 24-6-2002 ο 2ος από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, που είχε αναλάβει ως υπεργολάβος τμήμα του έργου κατασκευής της γέφυρας ζεύξης Ρίου -Αντιρρίου, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή α' και β' τάξης αντίστοιχα (2) ο οφειλόμενος σ' αυτούς, ως υπαλλήλους μετάλλου, μηνιαίος μισθός για παρεχόμενη πενθήμερη εργασία 40 ωρών την εβδομάδα προβλεπόταν από τις αναφερόμενες εκεί ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροσυγκολλητών όλης της χώρας, σύμφωνα με τις οποίες οι μισθοί των ηλεκτροσυγκολλητών προσαυξάνονται με επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας (3) οι ενάγοντες κατά την πρόσληψή τους προσκόμισαν στην διοίκηση της εναγομένης τις επαγγελματικές τους άδειες άσκησης του επαγγέλματος του ηλεκτροσυγκολλητή καθώς και τα ασφαλιστικά τους βιβλιάρια, από τα οποία προκύπτει η υπερεικοσιπενταετής ασφάλιση και προϋπηρεσία τους στον κλάδο ηλεκτροσυγκόλλησης με την ως άνω ειδικότητα, η γνωστοποίηση δε ως άνω από τους ενάγοντες της προϋπηρεσίας τους στην εναγομένη συνάγεται και από το ότι η εναγομένη, αρνούμενη την γνωστοποίηση αυτήν κατά κάποιο νόμιμο τρόπο, αποφεύγει να προσδιορίσει με ποια στοιχεία στους προσκομισθέντες πίνακες προσωπικού της οι ενάγοντες φέρονται να έχουν προϋπηρεσία 10 ετών, εάν δεν της είχαν γνωστοποιήσει τέτοια υπηρεσία, ενώ αντίθετα η εναγομένη στην αποζημίωση που κατέβαλε στους ενάγοντες κατά την απόλυσή τους τον Αύγουστο του 2004 φέρεται να έχει καταβάλει ως αποζημίωση αδείας τ' αναφερόμενα στην απόφαση ποσά που αποτελούν τον μηνιαίο μισθό ηλεκτροσυγκολλητή α' και β' τάξης, αντίστοιχα, με προϋπηρεσία άνω των 21 ετών (4) οι ενάγοντες εργάσθηκαν στους πυλώνες της γέφυρας που βρίσκονται σε μεγάλο ύψος και σε μεγάλο βάθος κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και δικαιούνται το προβλεπόμενο από την οικεία ΣΣΕ επίδομα αναρρίχησης (5) σύμφωνα με τα παραπάνω οι ενάγοντες, ηλεκτροσυγκολλητής α' τάξης ο 1ος και β' ο 2ος, αμφότεροι έγγαμοι και με προϋπηρεσία άνω των 21 ετών, των οποίων οι μηνιαίες αποδοχές κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από την ως άνω πρόσληψή τους μέχρι την απόλυσή τους την 6-8-2004, ανέρχονταν (με βάση τις εφαρμοστέες ΣΣΕ και ΔΑ) στα αναλυτικά αναφερόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση ποσά, δικαιούνται για διαφορές μηνιαίων (τακτικών) αποδοχών, επιδομάτων εορτών, αδείας και αποζημίωσης απόλυσης τα λεπτομερώς παρατιθέμενα εκεί ποσά και συνολικά, από όλες αυτές τις αιτίες, ο πρώτος 13.185,96 ευρώ και ο δεύτερος 9.327,84 ευρώ, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα εναγομένη να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους ενάγοντες τα ποσά αυτά.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο την επί της ουσίας κρίση του και δη ως προς την προϋπηρεσία των εναγόντων και την γνωστοποίηση αυτής στην εναγομένη σχημάτισε (όχι χωρίς απόδειξη αλλά) με βάση τα λεπτομερώς αναφερόμενα εκεί αποδεικτικά μέσα και δη την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των ενάγοντων και την ανώμοτη εξέταση του εκπροσώπου της εναγομένης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις ειδικά προσδιοριζόμενες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου (χωρίς αρίθμηση, σημειώνεται, όπως και όλοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης) πρώτος κατά σειρά προβολής λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ κατά το σχετικό α' σκέλος του. Ο αυτός λόγος κατά το β' σκέλος του, φερόμενος από τον αριθ. 20 της ως άνω διάταξης, αλλά σύμφωνα με το περιεχόμενό του από τον αριθμό 19, κατά το οποίο το Εφετείο, δεχθέν ως προς το θέμα της γνωστοποίησης στην εναγομένη του χρόνου προϋπηρεσίας των εναγόντων ότι "αποφεύγει ... η εναγομένη να προσδιορίσει με βάση ποια στοιχεία στους προσκομιζόμενους πίνακες προσωπικού της οι ενάγοντες φέρονται να έχουν προϋπηρεσία 10 ετών εάν πράγματι δεν της είχαν γνωστοποιήσει τέτοια προϋπηρεσία. Αντίθετα η ίδια η εναγομένη στην αποζημίωση που κατέβαλε στους ενάγοντες όταν απόλυσε αυτούς τον Αύγουστο 2004 φέρεται να τους έχει καταβάλει ως αποζημίωση αδείας 2004 τα ποσά ... που αποτελούν το μηνιαίο μισθό ηλεκτροσυγκολλητή α' και β' τάξεως με προϋπηρεσία άνω των 21 ετών.

Από αυτά συνάγεται ότι οι ενάγοντες είχαν γνωστοποιήσει νόμιμα προς την εργοδότριά τους την ως άνω προϋπηρεσία αυτών με την προσκόμιση των ασφαλιστικών βιβλιαρίων τους..." διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας πλήττονται στην πραγματικότητα η μη υποκείμενη, κατ' άρθ. 561§1 ΚΠολΔ, σε αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων και τα συναφή επιχειρήματα αυτού και γενικότερα η αιτιολόγηση του σαφώς διατυπουμένου αποδεικτικού πορίσματός του. Περαιτέρω, για τον αυτόν λόγο, ως πλήττοντες δηλ. στην πραγματικότητα την ουσία της υπόθεσης και την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, πρέπει ν' απορριφθούν και οι λόγοι (α) 4ος, φερόμενος από τον αριθ. 8 της ως άνω διάταξης, κατά τον οποίο αποδείχθηκε πλήρως ότι ουδέποτε προσκομίσθηκαν από τους ενάγοντες ασφαλιστικά βιβλιάρια ή πιστοποιητικά προϋπηρεσίας σε άλλους εργοδότες (β) 5ος, φερόμενος από τον αριθμό 1 της ίδιας διάταξης (δηλ. για ευθεία παραβίαση, μη προσδιοριζόμενων, κανόνων ουσιαστικού δικαίου), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεχθέν με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι είχαν προϋπηρεσία 25 ετών επεδίκασε σ' αυτούς τ' αναφερόμενα αναλυτικά εκεί ποσά για διαφορές αποδοχών, επιδομάτων εορτών κ.λπ., προσδιόρισε δηλ. τις επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών με τα ποσά που προκύπτουν για την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή με προϋπηρεσία 25 ετών κ.λπ., ενώ οι ενάγοντες δεν έχουν τέτοια υπηρεσία, ούτε την γνωστοποίησαν, ούτε την απέδειξαν (γ) 6ος, υπό τους αριθμούς 19 και 17 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο με το να δεχθεί τα παραπάνω, ότι δηλ. απεδείχθη η προϋπηρεσία των εναγόντων και μάλιστα 25 ετών χωρίς την προσκομιδή απ' αυτούς οποιουδήποτε στοιχείου προς απόδειξή της, και να επιδικάσει τ' αναφερόμενα στην απόφασή του ποσά για διαφορές αποδοχών κ.λπ., διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, περιέχει δε και αντιφατικές διατάξεις (δ) 7ος, κατά τον οποίο εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι οι ενάγοντες προσκόμισαν στην εναγομένη κατά την πρόσληψή τους ασφαλιστικά βιβλιάρια και ότι αυτοί έχουν προϋπηρεσία 25 ετών, ενώ οι ενάγοντες ουδέποτε προσκόμισαν πιστοποιητικά προϋπηρεσίας, ασφαλιστικά βιβλιάρια ή βεβαίωση ασφάλισης στον αρμόδιο φορέα.

IIΙ. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου για το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθ. 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης που προϋποθέτει την έκδοση μη οριστικής (παρεμπίπτουσας) απόφασης για αποδείξεις, τέτοια, όμως, απόφαση δεν εκδίδεται στην διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθ. 670, 671, 674§2 ΚΠολΔ), κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και στην οποία δεν υπάρχει υποκειμενικό βάρος απόδειξης και επομένως στην διαδικασία αυτή δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης. Κατά συνέπεια ο 2ος λόγος της κρινόμενης αίτησης, κατά τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΙV. Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, μόνο, όμως, το γεγονός ότι δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, σε αντίθεση με άλλα που ειδικά μνημονεύονται και εξαίρονται λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν θεμελιώνει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης σαφώς προκύπτει ότι αυτό λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο. Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις που προβλέπονται κατ' άρθ. 671§1 εδ. δ' ΚΠολΔ δεν αποτελούν (καταρχήν) έγγραφα κατά την έννοια των άρθ. 339 επ. ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και γι' αυτό πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σ' αυτήν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα με επίκληση νόμιμα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις βεβαιώσεις αυτές.

Οι ένορκες, όμως, βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί εξ αφορμής και στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των αυτών ή άλλων διαδίκων και προσκομίζονται με επίκληση κατά την συζήτηση άλλης αγωγής δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο αλλ' απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ως εκ τούτου δε στην περίπτωση αυτή δεν απαιτείται ρητή μνεία τους στην απόφαση και η παράλειψη αυτής δεν ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους λόγους αναίρεσης 8ο (φερόμενο από τον αριθ. 8 του ως άνω άρθρου), 9ο (φερόμενο από τους αριθ. 1 και 8 της ίδιας διάταξης) και 10ο (και τελευταίο), άπαντες και κατ' εκτίμηση αυτών από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αντίστοιχα, παρά την εκ μέρους της νόμιμη προσκομιδή τους (α) απόσπασμα πίνακα προσωπικού θεωρημένο από την Επιθεώρηση Εργασίας, στο οποίο οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες φαίνονταν να έχουν 10ετή προϋπηρεσία στην ειδικότητα (β) τα από 4-3-2002, 12-5-2003 και 30-6-2004 έγγραφα της αναιρεσείουσας προς το σωματείο των εργαζομένων (ΔΙΑΒΑΣΗ), από τα οποία προέκυπτε ότι οι ενάγοντες είχαν κληθεί πολλές φορές να προσκομίσουν πιστοποιητικά εργασίας και (γ) τις με αριθ. 24 και 25/2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αταλάντης, από τις οποίες αποδεικνύεται ότι οι εργαζόμενοι ελάμβαναν κανονικά τις αποδοχές τους. Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της επί της ουσίας κρίσης του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις, καθόσον, ναι μεν αυτές δεν μνημονεύονται ειδικά στην προσβαλλομένη απόφαση, ρητά, όμως, εκτίθεται στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της αναιρεσείουσας (με τις οποίες έγινε η επίκληση και προσκομιδή τους) ότι λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης που αφορούσε παρόμοιες απαιτήσεις άλλων εργαζομένων της, ως εκ τούτου δε αυτές δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα αλλ' απλά έγγραφα και δεν ήταν απαραίτητη ειδική μνεία τους στην προσβαλλομένη απόφαση.

V. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη ως άνω απόφασή του δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος ενάγων Γ. Κ. προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα εναγομένη εταιρεία, σύμφωνα με την από 14-1-2002 αναγγελία πρόσληψης αυτού, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του ηλεκτροσυγκολλητή α' τάξης και ότι η προϋπηρεσία του στον κλάδο της ηλεκτροσυγκόλλησης με την ειδικότητα αυτή αποδεικνύεται από την επαγγελματική του άδεια άσκησης του επαγγέλματος του ηλεκτροσυγκολλητή και το ασφαλιστικό του βιβλιάριο που προσκόμισε στην εναγομένη κατά την πρόσληψή του. Όπως, όμως, προκύπτει από την με αριθ. 165/27-9-2002 άδεια ηλεκτροσυγκολλητή Α' τάξης του πρώτου αναιρεσιβλήτου, εκδοθείσα από την αρμόδια δημόσια υπηρεσία, στην οποία προφανώς αναφέρεται το Εφετείο και την οποία έλαβε κυρίως υπόψη για την απόδειξη της ειδικότητας του αναιρεσιβλήτου αυτού (δηλ. ως ηλεκτροσυγκολλητή Α' τάξης), αυτή εκδόθηκε την 27-9-2002 και επομένως μόνον έκτοτε ο πρώτος αναιρεσίβλητος απέκτησε την ειδικότητα αυτή, δηλ. σε χρόνο μεταγενέστερο της πρόσληψής του που έγινε, κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, την 14-1-2002. Κατά συνέπεια το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου αποδίδοντας σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει ως προς τον χρόνο κτήσης της ως άνω ειδικότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, την οποία δέχθηκε, λόγω της παραμόρφωσης αυτής, ως κτηθείσα σε χρόνο προγενέστερο του πραγματικού, κατέληξε δηλ. εξαιτίας της εσφαλμένης ανάγνωσης του εγγράφου αυτού σε πόρισμα επιζήμιο για την αναιρεσείουσα για ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού ο προγενέστερος αυτός χρόνος επηρεάζει αυξητικά το ύψος του μηνιαίου μισθού του αναιρεσιβλήτου αυτού, αλλά και των εξαρτωμένων απ' αυτόν λοιπών αποδοχών του. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο συναφής από την ως άνω διάταξη τρίτος λόγος αναίρεσης.

Σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα πρέπει (1) ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο (μη επιδικασθούν, όμως, υπέρ αυτού δικαστικά έξοδα, αφού λόγω της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα) (2) ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο, κατά το οποίο χρειάζεται διευκρίνιση (υπολογισμό των πράγματι οφειλομένων σ' αυτόν), προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές ( κατ' ορθή ερμηνεία του άρθ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθ. 12§4 ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος αυτός στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-1-2010 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης........... για αναίρεση της 229/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Π. Ψ.. Αναιρεί την 229/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ. Κ..

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και Καταδικάζει τον ως άνω αναιρεσίβλητο (πρώτο) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΡΑΦΗΝΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στη Ραφήνα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Συγγενιώτου. Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Θεοδόση. 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1598/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2393/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 26-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ' αριθμ. 2393/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. 

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Εξάλλου, το στοιχείο της εξαρτήσεως από τον εργοδότη, έστω και σε χαλαρή μορφή, υπάρχει και στην περίπτωση των, κατά το άρθρο 2 εδ. α' της Διεθνούς Συμβάσεως της Ουάσιγκτον, που κυρώθηκε με το Ν. 2269/1920, διευθυνόντων υπαλλήλων, δηλαδή των υπαλλήλων εκείνων, στους οποίους, επειδή διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή τους έχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη ο εργοδότης, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως της όλης επιχειρήσεως ή τομέα αυτής και εποπτεία του προσωπικού, κατά τρόπο ώστε να επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως και οι οποίοι (διευθύνοντες υπάλληλοι) διακρίνονται σαφώς των λοιπών υπαλλήλων, λόγω του ότι ασκούν δικαιώματα του εργοδότη σε μεγάλο βαθμό, διαθέτουν πρωτοβουλία και αμείβονται συνήθως με αποδοχές, που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές, γι' αυτό, αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί, εξαιρούνται παραταύτα της εφαρμογής των ασυμβίβαστων με την εξέχουσα θέση τους διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί χρονικών ορίων εργασίας, χορηγήσεως εβδομαδιαίας αναπαύσεως κ.ά.

Περαιτέρω, με το άρθρο 21 παρ. 3 του Ν. 2932/2001 "Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στις θαλάσσιες ενδομεταφορές - Σύσταση Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής - Μετατροπή Λιμενικών Ταμείων σε Ανώνυμες Εταιρείες και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 145/27-6-2001), τα Λιμενικά Ταμεία διαφόρων περιοχών της Ελλάδος, που μέχρι την δημοσίευση του νόμου αυτού αποτελούσαν Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, μετατράπηκαν σε Ανώνυμες Εταιρείες, μεταξύ δε αυτών των Λιμενικών Ταμείων είναι και το μέχρι τότε Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Λιμενικό Ταμείο Ραφήνας", το οποίο μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Ραφήνας Ανώνυμη Εταιρεία" (αναιρεσείουσα), έδρα της οποίας ορίσθηκε ο Δήμος Ραφήνας. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, κάθε Οργανισμός Λιμένος Α.Ε. της παραγράφου 3 είναι ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται συμπληρωματικά από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, τις διατάξεις του β.δ. 14/19-1-1939 και του α.ν. 2344/1940, όπως κάθε φορά ισχύουν. Με το άρθρο 22 του ως άνω Ν. 2932/2001 εγκρίνεται το Καταστατικό για κάθε Οργανισμό Λιμένος Α.Ε. του προηγούμενου άρθρου του παρόντος νόμου. Με το άρθρο 1 του Καταστατικού αυτού ορίζεται ότι συνιστάται ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία, διακριτικό τίτλο και έδρα σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 21 του παρόντος νόμου (παρ. 1). Για τις διεθνείς συναλλαγές της Εταιρείας, η επωνυμία αποδίδεται σε ξένη γλώσσα με πιστή μετάφραση (παρ. 2). Η Εταιρεία μπορεί, για την εξυπηρέτηση του σκοπού της, να ιδρύει πρακτορεία και γραφεία σε άλλες πόλεις της Ελλάδας ή του εξωτερικού, με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, που θα προσδιορίζει ταυτόχρονα τον τρόπο σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας τους (παρ. 3). Σκοπός της Εταιρείας, σύμφωνα με το άρθρο 2 του παραπάνω Καταστατικού, είναι η διοίκηση και εκμετάλλευση των χώρων της Ζώνης Λιμένα δικαιοδοσίας της, η διάρκεια της Εταιρείας ορίζεται, με το άρθρο 3 του Καταστατικού, σε 50 έτη, αρχίζει δε από την δημοσίευση του παρόντος Καταστατικού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και μπορεί να παραταθεί ή να περιορισθεί με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της Εταιρείας, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Καταστατικού, το Μετοχικό Κεφάλαιο της Εταιρείας αποτελείται από μία μετοχή, η οποία ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του εν λόγω Καταστατικού, Όργανα Διοίκησης της Εταιρείας είναι: α) το Διοικητικό Συμβούλιο, β) ο Διευθύνων Σύμβουλος, γ) το Συμβούλιο Διεύθυνσης. Με το άρθρο 8 του Καταστατικού ορίζεται ότι το Διοικητικό Συμβούλιο είναι δωδεκαμελές και αποτελείται από: α) Τέσσερις εκπροσώπους του Δημοσίου, με τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 10 του Ν. 2322/1995.

Με την ίδια απόφαση ορίζεται μεταξύ αυτών ο Πρόεδρος και ο Διευθύνων Σύμβουλος, β) έναν εκπρόσωπο των εργαζομένων στην Εταιρεία, με τον αναπληρωτή του, γ) ένα μέλος υποδεικνυόμενο από την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (Ο.Κ.Ε.), που προέρχεται από φορείς σχετικούς με τις δραστηριότητες της Εταιρείας, με τον αναπληρωτή του, δ) δύο εκπροσώπους του μετόχου, με τους αναπληρωτές τους, ε) έναν εκπρόσωπο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης της έδρας της Εταιρείας, με τον αναπληρωτή του, στ) έναν εκπρόσωπο του δήμου της έδρας της Εταιρείας, με τον αναπληρωτή του, ζ) έναν εκπρόσωπο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της έδρας της Εταιρείας, με τον αναπληρωτή του, η) έναν εκπρόσωπο της Ομοσπονδίας Φορτοεκφορτωτών Ελλάδος (Ο.Φ.Ε.), με τον αναπληρωτή του. Η θητεία του Διοικητικού Συμβουλίου είναι πενταετής. Με το άρθρο 11 παρ. 1 του Καταστατικού (όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 ίσχυε κατά τον ενδιαφέροντα εδώ χρόνο) ορίζεται ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας. Η ιδιότητά του δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου. Ο Διευθύνων Σύμβουλος προΐσταται όλων των υπηρεσιών της Εταιρείας, διευθύνει το έργο της, λαμβάνει τις αναγκαίες αποφάσεις μέσα στα πλαίσια των διατάξεων που διέπουν την λειτουργία της Εταιρείας, του Συμβολαίου Διαχείρισης, των εγκεκριμένων προγραμμάτων και προϋπολογισμών και του Στρατηγικού και Επιχειρησιακού Σχεδίου. Σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (όπως το πρώτο εδάφιο και της παρ. 2 ίσχυε κατά τον ενδιαφέροντα εδώ χρόνο) ο Διευθύνων Σύμβουλος προσλαμβάνεται για χρονικό διάστημα πέντε ετών μετά από δημόσια προκήρυξη της θέσης. Τα ελάχιστα απαιτούμενα προσόντα για την κατάληψη της θέσης του Διευθύνοντος Συμβούλου είναι πτυχίο Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή αλλοδαπής, με επαγγελματική εμπειρία στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα. Η προκήρυξη της θέσης του Διευθύνοντος Συμβούλου γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, με την οποία ορίζονται τα Ιδιαίτερα προσόντα του και η διαδικασία επιλογής.

Η πρόσληψή του γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και η αμοιβή του καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας. Σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου 11, με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας η σύμβαση του Διευθύνοντος Συμβούλου μπορεί να καταγγελθεί και ο διορισμός του να ανακληθεί, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 4 του εν λόγω άρθρου, ο Διευθύνων Σύμβουλος έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες και όσες άλλες του αναθέτει εκάστοτε το Διοικητικό Συμβούλιο: α) Υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο τις προτάσεις και εισηγήσεις που απαιτούνται για την πραγματοποίηση των σκοπών που ορίζονται στο Καταστατικό και προβλέπονται στο Επιχειρησιακό και Στρατηγικό σχέδιο, καθώς και στο Συμβόλαιο Διαχείρισης. β) Αποφασίζει την κατάρτιση συμβάσεων, αντικειμένου μέχρι του ποσού εκείνου που ορίζει με απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο. γ) Εκτελεί τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου. δ) Αποφασίζει για τα θέματα προσωπικού της Εταιρείας, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της Εταιρείας, των συμβατικών υποχρεώσεων και των υποχρεώσεων που προκύπτουν από το Συμβόλαιο Διαχείρισης. ε) Λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αναβάθμιση και αξιοποίηση του προσωπικού, προτείνοντας στο Διοικητικό Συμβούλιο, για έγκριση, την κατάρτιση των αναγκαίων κατά την κρίση του νέων κανονισμών προσωπικού, οργανογραμμάτων, προγραμμάτων εκπαίδευσης και επιμόρφωσής του. στ) Υποβάλλει στο Διοικητικό Συμβούλιο τις προτάσεις και εισηγήσεις για την έκδοση των αναγκαίων κανονισμών και τιμολογίων. Τέλος, σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ο Διευθύνων Σύμβουλος, όταν ελλείπει, απουσιάζει ή κωλύεται, αναπληρώνεται στα καθήκοντά του από άλλο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή από έναν από τους Γενικούς Διευθυντές ή Διευθυντές της Εταιρείας, που ορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, μετά από πρόταση του Διευθύνοντος Συμβούλου. Με το άρθρο 12 του ως άνω Καταστατικού ορίζεται ότι στο Συμβούλιο Διεύθυνσης μετέχουν, ως Πρόεδρος, ο Διευθύνων Σύμβουλος και οι Διευθυντές της Εταιρείας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 13 του Καταστατικού, οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου Διεύθυνσης είναι: α) Ο συντονισμός και η εξασφάλιση της απαραίτητης συνοχής και λειτουργίας της Εταιρείας. β) Η επίλυση σημαντικών προβλημάτων τρέχουσας διαχείρισης. γ) Η λήψη αποφάσεων για προμήθειες ή αναθέσεις έργων μέχρι το όριο του χρηματικού ποσού που θέτει το Διοικητικό Συμβούλιο. δ) Η άσκηση κάθε άλλης αρμοδιότητας που του έχει ανατεθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο. Στο άρθρο 23 του παραπάνω Καταστατικού προβλέπεται ότι, μεταξύ του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και του Διευθύνοντος Συμβούλου της Εταιρείας αφενός και του Ελληνικού Δημοσίου αφετέρου, εκπροσωπουμένου από τους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, συνάπτεται "Συμβόλαιο Διαχείρισης", στο οποίο καθορίζονται με λεπτομέρειες και, στο πλαίσιο του Στρατηγικού και του Επιχειρησιακού Σχεδίου, οι στόχοι που ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και ο Διευθύνων Σύμβουλος αναλαμβάνουν να εκπληρώσουν κατά την διάρκεια της θητείας τους. Αν διαπιστωθεί σοβαρή απόκλιση των μεγεθών ή του χρόνου πραγματοποίησης των στόχων, που δεν δικαιολογείται επαρκώς ή αν συντρέχει άλλος σπουδαίος λόγος, με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, δύνανται να καταγγελθούν το Συμβόλαιο Διαχείρισης και οι Συμβάσεις του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και του Διευθύνοντος Συμβούλου και να ανακληθεί ο διορισμός τους. Μέσα σε ένα μήνα από το διορισμό νέου Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου συντάσσεται νέο "Συμβόλαιο Διαχείρισης" μεταξύ αυτών και του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Σε εκτέλεση του Ν. 2932/2001 και του Καταστατικού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5118.12/03/2001/ 22-8-2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας για την πλήρωση της θέσης του διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης, κατόπιν δημόσιας προκήρυξης, ενώ με την υπ' αριθμ. 5118.12/17/9-10-2001 απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας αποφασίσθηκε η πρόσληψη του ενάγοντος στην παραπάνω θέση για χρονικό διάστημα πέντε ετών. Στη συνέχεια, μεταξύ του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και του ενάγοντος υπογράφηκε η από 19-10-2001 "σύμβαση Διευθύνοντος Συμβούλου", με την οποία συμφωνήθηκε η πρόσληψη του ενάγοντος, με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, διάρκειας πέντε ετών και συγκεκριμένα από 9-10-2001 έως 8-10-2006 και η εκ μέρους αυτού ανάληψη της υποχρεώσεως προς πλήρη απασχόληση για λογαριασμό της εναγόμενης εταιρείας. Ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος καθορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 5212.3/89/01/18-10-2001 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας σε 1.600.000 δραχμές (4.695,52 ευρώ), πλέον δώρων εορτών και επιδόματος αδείας. Με την ίδια ως άνω ατομική σύμβαση ορισμένου χρόνου συμφωνήθηκε, ακόμη, μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ότι η σύμβαση αυτή μπορεί να καταγγελθεί κατά τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 3 και 23 του Καταστατικού της εναγομένης (άρθρο 22 Ν. 2932/2001), δηλαδή για σπουδαίο λόγο. Σε εκτέλεση της παραπάνω συμβάσεως - δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο - ο ενάγων από 9-10-2001 έως 22-3-2005, προσερχόμενος, κατά τις υποδείξεις της εναγομένης, καθ' εκάστη εργάσιμη ημέρα στις κτιριακές εγκαταστάσεις (γραφεία) της, προσέφερε, τουλάχιστον, επί οκτάωρο ημερησίως τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του, οι οποίες συνίσταντο στην εν γένει διεύθυνση του έργου της εναγόμενης εταιρείας, στην εποπτεία και τον έλεγχο των επί μέρους υπηρεσιών της (διοικητικών, οικονομικών και τεχνικών), στην πρόταση λύσεων και την εισήγηση μεθοδεύσεων και πρακτικών, υποχρεωτικώς υποβαλλομένων προς το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, το οποίο και ήταν αρμόδιο να τις δεχθεί ή να τις απορρίψει, στην υλοποίηση και την εν γένει εκτέλεση των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου, στην κατάστρωση του επιχειρησιακού και στρατηγικού σχεδίου της εναγομένης, το οποίο έπρεπε υποχρεωτικώς να υποβληθεί προς έγκριση στους παραπάνω συναρμόδιους Υπουργούς και τέλος στην διεύθυνση του προσωπικού της εναγομένης, χωρίς, κατά το χρονικό διάστημα της λειτουργίας της επίδικης συμβάσεως του ενάγοντος, να υπάρξει κάποιο παράπονο από μέρους της εναγομένης ως προς την ικανοποιητική εκτέλεση των ως άνω καθηκόντων του.

Γίνεται δε ακόμη δεκτό από το Εφετείο, ότι ουδεμία δυνατότητα είχε ο ενάγων αναφορικά με τον προσδιορισμό του τόπου και του χρόνου παροχής των υπηρεσιών του, καθώς και του είδους και της εκτάσεως αυτών, καθόσον δεν μπορούσε, κατά την κρίση του, να παραλείψει κάποια από τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες του, υποκείμενος στην εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, ενώ τις ενέργειές του προσεπικύρωνε ή απέρριπτε το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης και ότι ο ενάγων αμειβόταν με τον προαναφερόμενο και επί μηνιαίας βάσεως καταβαλλόμενο μισθό, για τον οποίο η εναγομένη εξέδιδε εξοφλητική απόδειξη, παρακρατώντας τις εισφορές του ασφαλιστικού του φορέα ως μισθωτού (ΙΚΑ), καθώς επίσης και τον αναλογούντα φόρο μισθωτών υπηρεσιών. Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 19-10-2001 έως 23-3-2005 μεταξύ των διαδίκων λειτούργησε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, στο δικαιοπρακτικό περιεχόμενο της οποίας σαφώς και χωρίς αμφιβολία απέβλεψαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ενόψει της ποιοτικώς εξειδικευμένης ουσιαστικής δεσμεύσεως και εξαρτήσεως του ενάγοντος από την εναγόμενη εταιρεία και τον μοναδικό μέτοχο αυτής, δηλαδή το Ελληνικό Δημόσιο και όχι άλλου είδους συμβατική σχέση, όπως σύμβαση έμμισθης εντολής ή τοιαύτη ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Μάλιστα δε - όπως δέχεται επίσης το Εφετείο - με το άρθρο 35 παρ. 13β του Ν. 3274/2004 (που ισχύει από 19-10-2004), με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 11 του Καταστατικού της εναγομένης, ορίστηκε ρητά ότι ο διευθύνων σύμβουλος αυτής προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μετά από δημόσια προκήρυξη της συγκεκριμένης θέσεως.

Όσον αφορά δε - συνεχίζει το Εφετείο - την έλλειψη προηγούμενης ειδικής εγκρίσεως από την Γενική Συνέλευση της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας της επίμαχης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως αφορώσης μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής (άρθρα 23α Ν. 2190/1920 και 21 παρ. 5 Ν. 2932/2001), η εν λόγω έγκριση - είπε το Εφετείο - είχε ήδη παρασχεθεί με την προηγούμενη της καταρτίσεως της επίδικης συμβάσεως δημόσια προκήρυξη για την πλήρωση της θέσεως του διευθύνοντος συμβούλου και την, στη συνέχεια, επιλογή του ενάγοντος για την θέση αυτή, δυνάμει της ως άνω υπ' αριθμ. 5118.12/03/2001/22-8-2001 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας και της συνεπακόλουθης ως άνω υπ' αριθμ. 5118.12/17/9-10-2001 αποφάσεως του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, ως συννόμως εκπροσωπούντων το Ελληνικό Δημόσιο, που είναι ο μοναδικός μέτοχος της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας. Έτσι το Εφετείο απέρριψε τους σχετικούς λόγους, κύριους και πρόσθετους, της εφέσεως της εναγομένης και επικύρωσε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση (1598/2006 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), που είχε δεχθεί τα ίδια. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, που επαρκώς στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τον χαρακτήρα της επίδικης έννομης σχέσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και όχι ως συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ενόψει του συνόλου των πραγματικών συνθηκών, υπό τις οποίες, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, λειτούργησε η σχέση, στην οποία υπήρχε οπωσδήποτε, έστω και χαλαρά, το στοιχείο της εξαρτήσεως του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός κατά την άσκηση των καθηκόντων του βρισκόταν υπό την εποπτεία του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας και ήταν υποχρεωμένος να εκτελεί τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, μπορούσε δε να αποφασίζει την κατάρτιση συμβάσεων αντικειμένου μέχρι του ποσού, που ορίζει με απόφασή του το Διοικητικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως, υπό τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Οι εκδιδόμενες κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζει ότι, ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της, διοικητικές πράξεις, είτε ατομικές είτε κανονιστικές, δεν επιτρέπεται να επεκτείνονται στο προ της ενάρξεως της ισχύος τους χρονικό διάστημα, εκτός αν αυτό προβλέπεται από την εξουσιοδοτική διάταξη (Ολ.ΑΠ 11/1995).

Εν προκειμένω, όπως ήδη αναφέρθηκε, με το άρθρο 11 παρ. 2 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της αναιρεσείουσας ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η αμοιβή του Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας. Με την διάταξη αυτή παρέχεται εξουσιοδότηση στους παραπάνω Υπουργούς να καθορίζουν, με διοικητική πράξη, την αμοιβή του Διευθύνοντος Συμβούλου του Οργανισμού Λιμένος Ραφήνας Α.Ε., αλλά με την ίδια διάταξη δεν τους παρέχεται όμως και εξουσιοδότηση να μεταβάλουν, με νεώτερη Κ.Υ.Α., την αμοιβή αυτή κατά την διάρκεια της συμβάσεως, ούτε να καθορίζουν το ποσό της συγκεκριμένης αμοιβής αναδρομικά. Εξάλλου, μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 7 εδ. α' του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 648 και 652 ΑΚ, θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων της εργασίας, που γίνεται από τον εργοδότη χωρίς αυτός να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή από τον κανονισμό εργασίας, ή που γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (άρθρ. 281 ΑΚ) και προκαλεί στον εργαζόμενο άμεση υλική ή ηθική ζημία. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν εδώ: Με την υπ' αριθμ. 8312.10/11/6-10-2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος μειώθηκαν αναδρομικά, από την 1-7-2004, από το ποσό των 4.695,52 ευρώ στο ποσό των 3.200 ευρώ, δηλαδή κατά 1.495,52 ευρώ. Ο ενάγων - δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο - όταν έλαβε γνώση της μειώσεως αυτής των αποδοχών του, διαμαρτυρήθηκε εγγράφως, κοινοποιώντας την από 13-7-2004 επιστολή του προς το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης και προς τα παραπάνω συναρμόδια Υπουργεία, υποστηρίζοντας ότι το ύψος της αμοιβής του αποτελεί ουσιώδη συμβατικό όρο και ότι με την μονομερή αυτή μείωση των αποδοχών του παραβιάζονται τόσο οι συμβατικοί όροι απασχολήσεώς του, όσο και το Καταστατικό της εναγομένης, δηλώνοντας συγχρόνως ότι εμμένει στους όρους της από 19-10-2001 ατομικής συμβάσεως εργασίας του, στους οποίους συγκαταλέγεται και το ύψος του μηνιαίου μισθού του, συμφωνηθέντος στο ποσό των 4.695,52 ευρώ. Ωστόσο, η εναγομένη προχώρησε μονομερώς στη μείωση των αποδοχών του ενάγοντος αναδρομικά από 1-7-2004 και αντί του ποσού των 4.695,52 ευρώ του κατέβαλε, από τον Ιούλιο του 2004 έως και τον Μάρτιο του 2005, το ποσό των 3.200 ευρώ μηνιαίως. Επομένως - συνεχίζει το Εφετείο - δικαιούται ο ενάγων την διαφορά μεταξύ των αποδοχών που καταβλήθηκαν σ' αυτόν κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα και εκείνων που εδικαιούτο σύμφωνα με την σύμβαση εργασίας του.

Το γεγονός δε ότι η μείωση των αποδοχών του αποφασίσθηκε με την ως άνω υπ' αριθμ. 8312.10/11/6-10-2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας δεν αναιρεί τα παραπάνω δεκτά γενόμενα, διότι η υπουργική αυτή απόφαση εκδόθηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση, αφού, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 22 του Ν. 2932/2001 (άρθρο 11 παρ. 2 του Καταστατικού της εναγομένης), δεν παρασχέθηκε στους εν λόγω Υπουργούς εξουσιοδότηση μεταβολής και μάλιστα αναδρομικά της συμβατικής αμοιβής του ενάγοντος κατά την διάρκεια της εργασιακής του συμβάσεως. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τον σχετικό λόγο της εφέσεως του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή κατά το κεφάλαιο της διαφοράς των δεδουλευμένων αποδοχών του από 1-7-2004 έως 22-3-2005 και, αφού εξαφάνισε κατά τούτο την εκκαλούμενη απόφαση, επιδίκασε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το ποσό των 15.702,96 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 εδ. α' του Ν. 2112/1920, 648, 652 ΑΚ και 11 παρ. 2 του Καταστατικού της αναιρεσείουσας, που έχει ισχύ νόμου, καθόσον ο νέος καθορισμός των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, με μείωση αυτών κατά τον συμφωνημένο χρόνο, βρίσκεται εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως που παρασχέθηκε με το άρθρο 11 παρ. 2 του Καταστατικού της αναιρεσείουσας και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρη η ως άνω υπ' αριθμ. 8312.10/11/6-10-2004 κοινή υπουργική απόφαση, συνιστά δε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου, αφού συνεπάγεται γι' αυτόν άμεση υλική ζημία, ενώ ουδεμία σημασία έχει αν είναι ατομική ή κανονιστική η εκδοθείσα διοικητική πράξη (ΚΥΑ).

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμ. 1 (και όχι και από τον αριθμ. 19, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έπρεπε να εφαρμόσει την κανονιστικού περιεχομένου υπ' αριθμ. 8312.10/11/6-10-2004 κοινή υπουργική απόφαση, με την οποία μειώθηκαν οι αποδοχές του αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 και 2 του Ν. 3260/2004 "Ρυθμίσεις του συστήματος προσλήψεων και θεμάτων δημόσιας διοίκησης" (ΦΕΚ Α' 151/6-8-2004), από την δημοσίευση του νόμου αυτού λήγει αυτοδικαίως η θητεία των μελών των υπηρεσιακών συμβουλίων των δημοσίων υπηρεσιών, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για τα με οποιαδήποτε ονομασία συμβούλια ή επιτροπές κρίσεως θεμάτων υπηρεσιακής κατάστασης πολιτικών υπαλλήλων των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οργανισμών επιχειρήσεων και εταιρειών που ανήκουν στο κράτος ή το κράτος κατέχει το 51% του μετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου ή διορίζει τον διοικητή ή τον πρόεδρο ή το διοικητικό συμβούλιο, πλην αυτών που έχουν εισαχθεί στο Χρηματιστήριο και των θυγατρικών τους εταιρειών (παρ. 1) και από την δημοσίευση του παρόντος λήγει, επίσης αυτοδικαίως, η θητεία, είτε αυτή καθορίζεται από συγκεκριμένη διάταξη είτε προκύπτει από σύμβαση, των μελών των διοικητικών συμβουλίων ή άλλης ονομασίας συλλογικών οργάνων διοίκησης, καθώς και των μονομελών οργάνων διοίκησης (διοικητών, υποδιοικητών, προέδρων, αντιπροέδρων, εντεταλμένων ή διευθυνόντων συμβούλων, γενικών ή ειδικών γραμματέων, γενικών επιθεωρητών ή επικεφαλής σωμάτων επιθεώρησης, προϊσταμένων των αρχών που προβλέπονται στο Ν. 2860/2000, γενικών ή αναπληρωτών γενικών διευθυντών, διευθυντών ή προϊσταμένων υπηρεσιών, ή άλλης ονομασίας μονομελών οργάνων διοίκησης) υπηρεσιών του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οργανισμών, επιχειρήσεων και εταιρειών του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου, πλην των εξαιρουμένων. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρμόζονται και για τα λοιπά συλλογικά όργανα (νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, επιστημονικά ή γνωμοδοτικά συμβούλια ή επιτροπές κ.λπ.) των αυτών ως άνω φορέων, για τα οποία προβλέπεται ορισμένη θητεία.

Εξαιρούνται από τις διατάξεις αυτής της παραγράφου τα αιρετά μέλη ή μονομελή όργανα, αυτά που υποδεικνύονται κατά το νόμο, οργανισμό ή κανονισμό ή συλλογική σύμβαση, από επαγγελματικές οργανώσεις, οι πρόεδροι και τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών του Ν. 3051/2002 και αυτά που διορίσθηκαν μετά την 15-3-2004, καθώς και τα συλλογικά όργανα των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού και τα μονομελή όργανα διοίκησης των ΟΤΑ πρώτου βαθμού, το προσωρινό διοικητικό συμβούλιο του ΟΑΕΕ, οι ανώνυμες εταιρείες "Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων - Αθήνα 2004 Α.Ε.", "Ολυμπιακό Χωριό 2004 Α.Ε.", "Ολυμπιακά Ακίνητα Α.Ε." και "Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή (ΝΠΔΔ)" (παρ. 2). Κατά δε το άρθρο 11 παρ. 4 του ίδιου νόμου, τα μέλη των συλλογικών οργάνων και τα μονομελή όργανα, των οποίων η θητεία λήγει σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου 10, εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους έως την αντικατάστασή τους και δικαιούνται έως τότε να λαμβάνουν τις αποδοχές ή την αποζημίωση που προβλέπονται για την άσκηση των καθηκόντων τους. 

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα που ενδιαφέρουν εδώ: Στις 22-3-2005 η εναγόμενη εταιρεία κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που την συνέδεε με τον ενάγοντα, όπως ευθέως συνάγεται από την περιεχόμενη στο υπ' αριθμ. πρωτ. 512/22-3-2005 έγγραφο και απευθυνόμενη ατομικώς προς τον ενάγοντα δήλωση βουλήσεως του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης (Β. Τ.), ενεργούντος ως νομίμου εκπροσώπου αυτής, με την οποία (δήλωση) γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα ότι από τις 22-3-2005 "παύει η σχέση εργασίας του" με την εναγομένη. Στη καταγγελία της από 19- 10-2001 συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος προέβη η εναγόμενη εργοδότριά του, χωρίς να υπάρχει κάποιος σπουδαίος προς τούτο λόγος. Τέτοιο λόγο, άλλωστε, ούτε και η ίδια η εναγομένη επικαλείται, αλλά υποστηρίζει αυτή ότι αναγκάσθηκε να λύσει την σύμβαση που την συνέδεε με τον ενάγοντα, συμμορφούμενη με την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 3260/2004 περί αυτοδίκαιης λήξεως της θητείας των μελών των διοικητικών συμβουλίων ή άλλης ονομασίας συλλογικών οργάνων διοίκησης, καθώς και των μονομελών οργάνων διοίκησης, είτε αυτή (θητεία) καθορίζεται από συγκεκριμένη διάταξη είτε προκύπτει από σύμβαση. Τα ανωτέρω υποστηριζόμενα από την εναγομένη - όπως δέχεται περαιτέρω το Εφετείο - τυγχάνουν αλυσιτελή και απρόσφορα προς συναγωγή διαφορετικού συμπεράσματος, ότι αυτή κατήγγειλε την ορισμένου χρόνου σύμβαση εργασίας του ενάγοντος χωρίς να συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος, μη στηριζόμενα στο νόμο, εφόσον, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής και 28 παρ. 1 του Συντάγματος, η διά μέσου νομοθετικής ρυθμίσεως κατάργηση ή απόσβεση κεκτημένων περιουσιακής φύσεως δικαιωμάτων και νομίμως κεκτημένων οικονομικών συμφερόντων, άρα και των περιουσιακών ενοχικών δικαιωμάτων, όπως είναι και τα απορρέοντα από έγκυρη σύμβαση εργασίας υπέρ του μισθωτού, δεν είναι δυνατή και σε κάθε περίπτωση ουδείς αποχρών λόγος δημοσίου συμφέροντος ή ωφέλειας συνέτρεξε στην κρινόμενη υπόθεση, ο οποίος εξ αντικειμένου θα μπορούσε να δικαιολογήσει την, διά του ως άνω τρόπου, κατάργηση για το μέλλον του δικαιώματος του ενάγοντος στη συνέχιση της συμβάσεως εργασίας του έως την λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου και εντεύθεν στην λήψη της συμφωνημένης αμοιβής.

Επομένως - καταλήγει το Εφετείο - από τις 22-3-2005, που η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, παρά την εκ μέρους του πραγματική και προσήκουσα προσφορά τους, περιήλθε αυτή σε κατάσταση υπερημερίας, με συνέπεια να τυγχάνει υπόχρεη στην καταβολή των αποδοχών του, για το χρονικό διάστημα από 23-3-2005 έως 8-10-2006. Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως της εναγομένης και επικύρωσε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της από 22-3-2005 καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως του ενάγοντος. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1, 19 και 20 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει, ότι ουδέποτε κατήγγειλε την σύμβαση του ενάγοντος, η οποία έληξε αυτοδικαίως, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 3260/2004, που έχει ως σκοπό την αναδιοργάνωση της Διοίκησης, με την αντικατάσταση προσώπων, τα οποία καλύπτουν ανώτατες διοικητικές θέσεις στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, από άλλα καταλληλότερα, κατά την κρίση των αρμοδίων κατά περίπτωση κυβερνητικών οργάνων, για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στον αντίστοιχο τομέα και ότι, ενόψει του σκοπού αυτού της ως άνω διατάξεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτή αντιβαίνει στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, που προστατεύει και κατοχυρώνει την οικονομική ελευθερία, καθόσον το προστατευόμενο δικαίωμα κάμπτεται ενώπιον του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και της προστασίας της εθνικής οικονομίας, ενώ, εξάλλου, με την επίμαχη διάταξη δεν εισάγονται αυθαίρετες και αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, αλλά γενικές ρυθμίσεις επιβαλλόμενες από το γενικό κοινωνικοοικονομικό συμφέρον, ούτε τέλος η νομοθετική αυτή επέμβαση αφορά προϋφιστάμενες συμβάσεις εργασίας. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δημιουργεί ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, γιατί αφορά όχι μόνο την παρούσα υπόθεση, αλλά και ικανό αριθμό εργαζομένων, οι συμβάσεις των οποίων έχουν λήξει πρόωρα, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του Ν. 3260/2004, και οι υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον και του παρόντος Δικαστηρίου.

Με τον εξεταζόμενο (τρίτο) λόγο αναιρέσεως τίθεται το ζήτημα, αν οι επίμαχες διατάξεις (άρθρο 10 παρ. 1 και 2 και άρθρο 11 παρ. 4 του Ν. 3260/2004), κατά το μέρος που προβλέπουν την "αυτοδίκαιη" λήξη, μεταξύ άλλων και συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, από τις οποίες πηγάζουν ενοχικά δικαιώματα, χωρίς την πρόβλεψη οποιασδήποτε αποζημιώσεως, με παρέμβαση του νομοθέτη και κατά παράκαμψη των συμβαλλομένων μερών και ειδικότερα προβλέπουν την λήξη των συμβάσεων προσώπων, που προσλήφθηκαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για ορισμένο χρόνο, ως μονομελή όργανα διοίκησης, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος και χωρίς πρόβλεψη οποιασδήποτε αποζημιώσεως για την πρόωρη λύση της συμβάσεως, εφόσον δεν πρόκειται για μετακλητούς ανώτατους διοικητικούς υπαλλήλους που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι οποίοι επιτρέπεται να εξαιρεθούν με νόμο από την μονιμότητα (άρθρο 103 παρ. 5 του Συντάγματος), αντίκεινται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Υπό τα δεδομένα αυτά, λόγω του τιθέμενου γενικότερου ενδιαφέροντος ζητήματος, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 στοιχ. β' του ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως, οι οποίοι ερευνήθηκαν, κρίθηκαν, κατά τα εκτιθέμενα, απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Απορρίπτει τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους της από 27-7-2010 αιτήσεως της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Ραφήνας Α.Ε.", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2393/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό τρίτο λόγο της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως. 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιουνίου 2012. Και  Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ" (ΔΕΗ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 21-5-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Γλύκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2824/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4561/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-2-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 4-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. 

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι όροι Κανονισμού ή Οργανισμού Λειτουργίας των Υπηρεσιών του εργοδότη, με ισχύ ουσιαστικού νόμου, στον οποίο ο εργαζόμενος προσχωρεί, αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενό της εργασιακής συμβάσεως (άρθρα 1 παρ. 2 ν.δ. 3789/1957, 12 παρ. 4 ν. 1767/1988, 8 παρ. 3 ν. 2224/1994). Η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, από την 1.1.2001, έχει μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρία υπό την επωνυμία ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ, διακριτικός τίτλος Δ.Ε.Η. ΑΕ ή Δ.Ε.Η. (άρθρα πρώτο, δεύτερο π.δ. 333/2000, 1 ν. 1468/1950, 43 ν. 2773/1999, 1 κ. ν. 2190/1920). Ο Κανονισμός Καταστάσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. ΑΕ - Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η., καταρτίσθηκε με την από 4.10.1973 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Πρακτικό Καταθέσεως Υπ. Εργασίας 1316/5-10- 1973), δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την 2842/442/24.10.1973 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως και κυρώθηκε, αναδρομικώς, από 31.12.1973, με το άρθρο 2 ν.δ. 210/1974, έτσι, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠΟλ. 4/2007). Στα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 22, 23, 25, 34, 42 του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 παρ. 1 ν.δ. 210/1974, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Με τον Κανονισμό, ρυθμίζονται, για το κάθε φύσεως προσωπικό/ μισθωτούς της εργοδότριας Δ.Ε.Η., οι όροι της συμβάσεως εργασίας, οι σχέσεις που διαμορφώνονται στην εκτέλεση της εργασίας και τα της ασκήσεως πειθαρχικής εξουσίας.

Το προσωπικό συνδέεται μετά της Δ.Ε.Η., με "σχέση" εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, διακρίνεται δε, σε τακτικό και έκτακτο. Το τακτικό προσωπικό είναι αυτό που υπηρετεί σε οργανικές θέσεις και υπάγεται, αυτοδικαίως, στον Κανονισμό. Το έκτακτο προσωπικό είναι αυτό, που προσλαμβάνεται με έγγραφη σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, προς κάλυψη έκτακτων ή πρόσκαιρων αναγκών της Δ.Ε.Η. και, για όσο χρόνο παραμένει έκτακτο, δεν κατατάσσεται σε κλάδο, κατηγορία, βαθμίδα ή μισθολογικό κλιμάκιο. Επί του τακτικού προσωπικού έχουν εφαρμογή μόνο οι διατάξεις των άρθρων 10, 11, 15, 17, 18 και 19 του Κανονισμού (Αποζημιώσεις και οδοιπορικά έξοδα, ευκολίες συσσιτίου Ι Ηθικές αμοιβές προσωπικού, έκτακτες αμοιβές και παροχές / Ώρες εργασίας / Απαγόρευση άλλων έργων και ασχολιών / Υποχρεώσεις επιμέλειας, υπακοής και εχεμύθειας / Συμπεριφορά προσωπικού εσωτερική και προς τρίτους). Κατά τα λοιπά, οι σχέσεις του έκτακτου προσωπικού μετά της Δ.Ε.Η. διέπονται από τις γενικής ισχύος διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Ουδείς μισθωτός της Δ.Ε.Η. προσλαμβάνεται απευθείας, ως τακτικός. Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε κλάδους, οι κλάδοι υποδιαιρούνται σε κατηγορίες, οι κατηγορίες μπορεί να υποδιαιρεθούν σε βαθμίδες, στις οποίες αντιστοιχούν μισθολογικά κλιμάκια και αριθμός οργανικών θέσεων. Οι κλάδοι αποτελούν γενικές διακρίσεις του προσωπικού, κατά το είδος της απασχολήσεώς του. Η κατηγορία περιλαμβάνει προσωπικό περισσοτέρων ειδικοτήτων. Κάθε τακτικός μισθωτός "εντάσσεται" (κατατάσσεται) σε μισθολογικό κλιμάκιο, βαθμίδα, κατηγορία και κλάδο σε πλήρωση κενής οργανικής θέσεως. Το έκτακτο προσωπικό μπορεί να ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό. Η ένταξη γίνεται σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατώτερης βαθμίδας κάθε κατηγορίας. Ο προηγηθείς της εντάξεως μισθωτού χρόνος υπηρεσίας του (προϋπηρεσία), ως έκτακτου, θεωρείται ως χρόνος δοκιμαστικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται στο χρόνο που, κατά τον Κανονισμό, απαιτείται για την πρώτη, μετά την ένταξη, μισθολογική προαγωγή και θεωρείται πως διανύθηκε στο μισθολογικό κλιμάκιο εντάξεως.

Στο άρθρο 9 της από 5.10.1989 Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας/Ε.Σ.Σ.Ε. μεταξύ Δ.Ε.Η. και Γενικής Ομοσπονδίας Προσωπικού Δ.Ε.Η (ΓENOΠ/Δ.Ε.H.), η οποία υπογράφηκε παρουσία του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας (Πρακτικό Καταθέσεως Υπ. Εργασίας 256/15.10.1989, ΦΕΚ Β' 277, Πράξη Καταθέσεως στο Ειρηνοδικείο Αθηνών 117/7.11.1989) και άρχισε να ισχύει από 5.10.1989, ορίζεται ότι ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας πριν από την ένταξη, που διανύθηκε στη Δ.Ε.Η. οποτεδήποτε και με οποιασδήποτε μορφής σύμβαση εργασίας, συνεχή ή διακοπτόμενη, προσμετράται για τη μισθολογική και προαγωγική εξέλιξη του μισθωτού, εφόσον δεν έχει προσμετρηθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν προσμετράται ο πιο πάνω χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, στις περιπτώσεις λύσεως της συμβάσεως εργασίας, λόγω αδικαιολόγητης απουσίας, επιβολής ποινής απολύσεως για πειθαρχικά παραπτώματα ή τρίτης στασιμότητας. Ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, ως άνω, "αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο" από τις αντίστοιχες έγγραφες συμβάσεις εργασίας μετά της Δ.Ε.Η. και, "εν ελλείψει αυτών, αθροιστικά από υπηρεσιακές βεβαιώσεις προϋπηρεσίας, που θα αναφέρουν ρητά το είδος απασχολήσεως και βεβαιώσεις Ασφαλιστικού Οργανισμού ή ασφαλιστικά βιβλιάρια ή άλλο επίσημο αποδεικτικό στοιχείο δημόσιας Αρχής".

Η προσμέτρηση του χρόνου αυτού υπηρεσίας, για τον τακτικό μισθωτό, κατά την 1.1.1986, "θα γίνεται με ανάλογη μετάθεση της ημερομηνίας χορηγήσεως του μισθολογικού κλιμακίου, που κατείχε, κατά την ως άνω χρονολογία, μετατιθεμένης αναλόγως και της ημερομηνίας χορηγήσεως και των επομένων μισθολογικών κλιμακίων, στα οποία, εν τω μεταξύ, έχει προαχθεί, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ή όχι οργανικών θέσεων ως και της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσεως" και εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, οι διατάξεις των άρθρων 4 (κλάδοι, κατηγορίας Ι ειδικότητες, βαθμίδες, προσόντα, οργανικές θέσεις προσωπικού), 22 (μισθολογικές προαγωγές) και 23 (μετατάξεις) του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. Για το μισθωτό, που εντάσσεται στο τακτικό προσωπικό, μετά την 1.1.1986, η προσμέτρηση του παραπάνω χρόνου "θα γίνεται, με μετάθεση της ημερομηνίας της πρώτης, μετά την ένταξη, προαγωγής ή της ημερομηνίας μελλοντικής κρίσεως" και εφαρμόζονται, επίσης, οι ρυθμίσεις των πιο πάνω άρθρων 4, 22 και 23 του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. Οι σχετικές υπηρεσιακές μεταβολές θα γίνουν με πράξη του Διευθυντή Προσωπικού και οι οικονομικές συνέπειες των υπηρεσιακών αυτών μεταβολών δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να ανατρέξουν σε χρόνο πριν από την 1.1.1986. Από τα προηγούμενα, προκύπτουν τα εξής: Κατά την ένταξη του έκτακτου προσωπικού στο τακτικό προσωπικό της Δ.Ε.Η., προσμετράται ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του, που διανύθηκε στη Δ.Ε.Η., πριν από την ένταξή του, οποτεδήποτε και με οποιασδήποτε μορφής σύμβαση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, συνεχή ή διακοπτόμενη, εκτός αν ο χρόνος αυτός έχει ήδη προσμετρηθεί, οπότε αποκλείεται η εκ νέου προσμέτρηση και δεν συντρέχει λόγος, από τους αναφερόμενους, μη συνυπολογισμού. Άλλη προϋπόθεση δεν τίθεται, όπως, για την προσμέτρηση της προϋπηρεσίας, να πρέπει η προϋπηρεσία να έχει διανυθεί σε καθήκοντα ομοειδή με εκείνα του κλάδου και της κατηγορίας, στην οποία γίνεται η ένταξη του μισθωτού. Για την προσμέτρηση τέτοιου χρόνου προϋπηρεσίας του μισθωτού, θεμελιώνεται ενοχικό δικαίωμα του μισθωτού (άρθρο 288 ΑΚ), που πηγάζει από την πιο πάνω Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και τον Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. και αντίστοιχη υποχρέωση της Δ.Ε.Η., η μη εκπλήρωση της οποίας συνιστά αθέτηση ενοχικής της υποχρεώσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος, κάτοχος απολυτηρίου εξαταξίου γυμνασίου από το έτος 1973, απασχολείται στην ήδη αναιρεσείουσα, ως προσωπικό της, αντί μηνιαίου μισθού. Ημερομηνία προσλήψεώς του, ως έκτακτο προσωπικό, ήταν η 1.4.1978. Εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της, την 1.2.1989, στον κλάδο Μισθωτοί Γενικών Υπηρεσιών, κατηγορία/ ειδικότητα ΓΥ3/Β (Φύλακες - Θυρωροί), μισθολογικό κλιμάκιο 13, βαθμίδα γ', με ταυτόχρονη μετάταξη στην κατηγορία ΔΟ2, κλάδος Διοικητικό - οικονομικοί, ειδικότητα Α (Διοικητικό - οικονομικοί Επιμελητές), μισθολογικό κλιμάκιο 12, βαθμίδα ε' και οργανική θέση στο Κέντρο Ηλεκτρονικών Υπολογιστών, ήδη Διεύθυνση Πληροφορικής (169/31.1.1989 απόφαση εκκαλούσης). Η εργασιακή του σύμβαση διέπεται από τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού της εκκαλούσης, στον οποίο έχει προσχωρήσει. Για την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, ως άνω, η εκκαλούσα προσμέτρησε χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, στο έκτακτο προσωπικό της, 4 έτη, 7 μήνες και 16 ημέρες. Εν τούτοις, προσμετρούμενο χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην εκκαλούσα, ως έκτακτο προσωπικό, πριν από την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, είχε 7 έτη, 9 μήνες και 4 ημέρες (2.829 ημέρες).

Ο εφεσίβλητος είχε δικαίωμα, κατά τον Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. και την από 5.10.1989 Ε.Σ.Σ.Κ., να προσμετρήσει χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην εκκαλούσα, ως έκτακτο προσωπικό, πριν από την ένταξή του στο τακτικό προσωπικό, 7 έτη, 9 μήνες και 4 ημέρες. Με την προσμέτρηση αυτή, έπρεπε να κατέχει το 12ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.1981, το 11ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.1984, το 10ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.1987, το 9ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.1990, το 7ο μισθολογικό κλιμάκιο από 1.10.1991 (ανακλιμάκωση, κατά την από 28.2.1990 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πρακτικό Καταθέσεως Υπ. Εργασίας 22/22.3.1990, ΦΕΚ Β' 227, Πράξη Καταθέσεως στο Ειρηνοδικείο Αθηνών 13/28.3.1990), το 6ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.1993, το 5ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.1996, το 4ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.1999, το 3ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.2002 και το 2ο μισθολογικό κλιμάκιο από 26.4.2005. Από την κατά τα παραπάνω, ορθή ένταξη, προκύπτουν, στο χρονικό διάστημα από 1.1.2001 μέχρι, 30.11.2006, μισθολογικές διαφορές, συνολικού ποσού 12.260,89 ευρώ.

Τα μισθολογικά κλιμάκια, ως άνω, που έπρεπε να κατέχει ο εφεσίβλητος, με την προσμέτρηση πραγματικής υπηρεσίας του 7 ετών, 9 μηνών και 4 ημερών, ως έκτακτο προσωπικό καθώς και οι μισθολογικές διαφορές του, κατά τον υπολογισμό τους, δεν είναι εκκληθέντα κεφάλαια. Η αξίωση του εφεσιβλήτου προς ορθή ένταξή του στο τακτικό προσωπικό της εκκαλούσης, με την προσμέτρηση του χρόνου πραγματικής υπηρεσίας του σε αυτήν, ως έκτακτο προσωπικό, στηρίζεται στις διατάξεις του Κ.Κ.Π./Δ.Ε.Η. και στην από 5.10.1989 Ε.Σ.Σ.Ε. Καταλήγοντας το Εφετείο, δέχθηκε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε την αγωγή, με τις ίδιες παραδοχές, δεν έσφαλε και απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας.

Κρίνοντας, έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφές και στο οποίο, όπως προαναφέρθηκε, περιλαμβάνεται, μεταξύ των άλλων, και η παραδοχή ότι η ένταξη και η μετάταξη του αναιρεσίβλητου έγιναν συγχρόνως από την αναιρεσείουσα, δίχως, κατά τον υπολογισμό των μισθολογικών κλιμακίων, να προσμετρηθεί ολόκληρη η παραπάνω πραγματική υπηρεσία του, πριν από την ένταξη και την ταυτόχρονη μετάταξή του, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, οι αιτιολογίες δε που έχει διαλάβει στην απόφασή του είναι πλήρεις, σαφείς και δίχως αντιφάσεις και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ίδιων διατάξεων. Επομένως ο, περί του αντιθέτου, μοναδικός από τους αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Απορρίπτει την, από 23-2-2010, αίτηση για την αναίρεση της 4561/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2012. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

 

Νέα έκδοση

ΟΕΝΕΤ και στην τσέπη σας

responisve

Έχετε κωδικό στον Oenet;

Αν είστε Λογιστής, Δικηγόρος, Επαγγελματίας, Υπάλληλος Δημοσίου, Σωματείο, Ομοσπονδία, Επιχείρηση, Οργανισμός, Δημόσιο, Τράπεζα, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ στον oenet.gr μπορείτε να βρείτε ό,τι σας ενδιαφέρει εύκολα και γρήγορα.

Έχετε απορίες;

Ο oenet.gr μπορεί να λύσει τις απορίες σας για ό,τι σας απασχολεί. Στείλτε τα ερωτήματά σας και η ομάδα των ειδικών συνεργατών μας θα σας απαντήσει το συντομότερο δυνατό.